Potlatch #22 (9 Σεπτεμβρίου 1955)

Potlatch #22

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς
Μηνιαίο

9 Σεπτεμβρίου 1955

Τεύχος διακοπών


Γιατί ο λετρισμός;

1

Η τελευταία μεταπολεμική περίοδος στην Ευρώπη φαίνεται ότι μπορεί να οριστεί ιστορικά ως η περίοδος της γενικευμένης αποτυχίας των προσπαθειών αλλαγής τόσο στη συναισθηματική όσο και στην πολιτική τάξη.

Ενώ οι θεαματικές τεχνικές επινοήσεις πολλαπλασιάζουν τις δυνατότητες των μελλοντικών κατασκευών, ταυτόχρονα με τους κινδύνους των αντιφάσεων που δεν έχουν επιλυθεί ακόμα, διαπιστώνουμε μια στασιμότητα των κοινωνικών αγώνων και, σε πνευματικό επίπεδο, μια καθολική αντίδραση ενάντια στο κίνημα των ανακαλύψεων που κορυφώθηκε γύρω στο 1930, συνδυάζοντας τις πιο ευρείες διεκδικήσεις με την αναγνώριση των πρακτικών μέσων για την επιβολή τους.

Καθώς η εφαρμογή αυτών των επαναστατικών μέσων αποδείχτηκε απογοητευτική, από την προέλαση του φασισμού μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η υποχώρηση των ελπίδων που είχαν συνδεθεί μαζί τους ήταν αναπόφευκτη.

Μετά την ανολοκλήρωτη απελευθέρωση του 1944, η πνευματική και καλλιτεχνική αντίδραση ξεσπάει παντού: η αφηρημένη ζωγραφική, απλή στιγμή της σύγχρονης εικαστικής εξέλιξης όπου δεν κατέχει παρά μια άχαρη θέση, παρουσιάζεται από όλα τα μέσα δημοσιότητας ως θεμέλιο μιας νέας αισθητικής. Ο αλεξανδρινός στίχος αφιερώνεται σε μια προλεταριακή αναγέννηση την οποία το προλεταριάτο θα ξεπερνούσε ως πολιτισμική μορφή με την ίδια ευκολία με την οποία θα ξεπεράσει το άρμα ή την τριήρη ως μεταφορικά μέσα. Υποπροϊόντα του γραπτού λόγου που προκάλεσε σκάνδαλο, και που δεν είχε διαβαστεί, πριν από είκοσι χρόνια, αποκομίζουν έναν εφήμερο αλλά ηχηρό θαυμασμό: η ποίηση του Πρεβέρ ή του Σαρ, η πρόζα του Γκρακ, το θέατρο του φρικτού κρετίνου Πισέτ, και όλα τα υπόλοιπα. Ο κινηματογράφος, όπου οι διάφορες μέθοδοι εμπειρικής σκηνοθεσίας έχουν χρησιμοποιηθεί στο έπακρο, εξυμνεί το μέλλον του με τον λογοκλόπο Ντε Σίκα και βρίσκει κάτι καινούριο – μάλλον εξωτισμό – σε ορισμένες ιταλικές ταινίες όπου η φτώχεια επέβαλε ένα στιλ γυρίσματος ελαφρώς διαφορετικό από τις χολιγουντιανές συνήθειες, αλλά τόσο μακριά από τον Σ.Μ. Αϊζενστάιν. Είναι γνωστό, εξάλλου, σε πόσες επίπονες φαινομενολογικές μεταμορφώσεις επιδίδονται διάφοροι καθηγητές που, επιπλέον, δεν χορεύουν μέσα σε κάβες.

Απέναντι σε αυτή τη θλιβερή και επικερδή εμποροπανήγυρη, όπου κάθε επανάληψη είχε τους οπαδούς της, κάθε οπισθοδρόμηση τους θαυμαστές της, κάθε remake τους φανατικούς του, μόνο μια ομάδα εξέφρασε μια καθολική αντίθεση και μια πλήρη περιφρόνηση, στο όνομα του ιστορικά αναγκαίου ξεπεράσματος αυτών των παλιών αξιών. Ένα είδος εφευρετικής αισιοδοξίας παρείχε στην ομάδα αυτή τις αρνήσεις και την επιβεβαίωση πέρα από αυτές τις αρνήσεις. Θα έπρεπε να της αναγνωρίσουμε, παρά τις πολύ διαφορετικές προθέσεις, τον ευεργετικό ρόλο που ανέλαβε το Νταντά σε μιαν άλλη εποχή.

Θα μας πουν ίσως ότι η επανέναρξη ενός ντανταϊσμού δεν ήταν πολύ έξυπνο εγχείρημα. Αλλά το ζήτημα δεν ήταν να ξαναφτιάξουμε έναν ντανταϊσμό. Η πολύ σοβαρή υποχώρηση της επαναστατικής πολιτικής, συνδεόμενη με την εκτυφλωτική χρεοκοπία της εργατικής αισθητικής που επιβεβαιώθηκε από την ίδια οπισθοδρομική φάση, παρείχε στον κονφουζιονισμό όλο το πεδίο όπου λυσσομανούσε τριάντα χρόνια νωρίτερα. Στο επίπεδο του πνεύματος, η μικροαστική τάξη βρίσκεται πάντα στην εξουσία. Μετά από μερικές τρανταχτές κρίσεις, το μονοπώλιό της έχει διευρυνθεί ακόμα περισσότερο από πριν: καθετί που δημοσιοποιείται σήμερα στον κόσμο – είτε πρόκειται για την καπιταλιστική λογοτεχνία, τη σοσιαλιστική-ρεαλιστική λογοτεχνία, τη φορμαλιστική ψευτο-πρωτοπορία που επιβιώνει μέσω εντύπων στο δημόσιο πεδίο, ή τις αμφιλεγόμενες θεοσοφικές αγωνίες ορισμένων πρώην απελευθερωτικών κινημάτων – αποκαλύπτει πλήρως το μικροαστικό πνεύμα. Κάτω από την πίεση της πραγματικότητας της εποχής, πρέπει να τελειώνουμε μια και καλή με αυτό το πνεύμα. Για τον σκοπό αυτό, όλα τα μέσα είναι καλά.

Οι ανυπόφορες προκλήσεις που προώθησε ή προετοίμασε η λετριστική ομάδα (ποίηση περιορισμένη σε γράμματα, μεταγραφική αφήγηση, κινηματογράφος χωρίς εικόνες) πυροδότησαν έναν θανάσιμο πληθωρισμό στις τέχνες.

Προσχωρήσαμε λοιπόν σε αυτή χωρίς δισταγμό.

2

Γύρω στο 1950 η λετριστική ομάδα, ενώ εφάρμοζε μια αξιέπαινη αδιαλλαξία προς τα έξω, αποδεχόταν μεταξύ των μελών της μια αρκετά μεγάλη σύγχυση ιδεών.

Η ίδια η ονοματοποιητική ποίηση, που εμφανίστηκε μαζί με τον φουτουρισμό και έφτασε αργότερα σε έναν ορισμένο βαθμό τελειότητας με τον Σβίττερς και μερικούς άλλους, δεν είχε πια κανένα ενδιαφέρον εκτός από την απόλυτη συστηματοποίηση που την παρουσίαζε ως τη μοναδική ποίηση της στιγμής, καταδικάζοντας σε θάνατο όλες τις άλλες μορφές και σύντομα τον ίδιο της τον εαυτό. Ωστόσο, η συνείδηση του πραγματικού πεδίου που μας δόθηκε για να παίξουμε αγνοήθηκε από πολλούς προς όφελος μιας παιδιάστικης αντίληψης της ιδιοφυΐας και της φήμης.

Η τότε πλειοψηφική τάση απέδιδε στη δημιουργία νέων μορφών τη μεγαλύτερη αξία από όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Αυτή η πίστη σε μια μορφική εξέλιξη που δεν έχει αιτίες ή σκοπούς έξω από τον εαυτό της είναι το θεμέλιο της ιδεαλιστικής αστικής άποψης μέσα στις τέχνες. (Η ανόητη πίστη τους σε αμετάβλητες εννοιολογικές κατηγορίες θα οδηγούσε δικαιολογημένα ορισμένους εξ αυτών που διαγράφτηκαν από την ομάδα σε έναν αμερικανοποιημένο μυστικισμό.) Όλο το ενδιαφέρον του πειράματος βρισκόταν πλέον στην αυστηρότητα με την οποία, αντλώντας τα συμπεράσματα που ένας ηλίθιος σαν τον Μαλρώ δεν ξέρει ή δεν τολμά να αντλήσει από ουσιαστικά παρόμοιες υποθέσεις, ερχόταν να καταστρέψει οριστικά αυτή τη φορμαλιστική προσέγγιση οδηγώντας την στον παροξυσμό της. Η ιλιγγιωδώς επιταχυνόμενη εξέλιξη έπεφτε πλέον στο κενό, σε φανερή διάσταση με όλες τις ανθρώπινες ανάγκες.

Η χρησιμότητα της καταστροφής του φορμαλισμού εκ των έσω είναι βέβαιη: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κλάδοι της διανόησης, όποια κι αν είναι η αλληλεξάρτηση που διατηρούν με την υπόλοιπη εξέλιξη της κοινωνίας, υπόκεινται, όπως κάθε τεχνική, σε σχετικά αυτόνομες ανατροπές, σε ανακαλύψεις που επιβάλλονται από τον δικό τους ντετερμινισμό. Κρίνοντας τα πάντα, όπως μας ζητάνε, σύμφωνα με το περιεχόμενο, επιστρέφουμε στην κριτική των πράξεων σύμφωνα με τις προθέσεις τους. Αν είναι βέβαιο ότι η εξήγηση του κανονιστικού χαρακτήρα και της επίμονης γοητείας διάφορων αισθητικών περιόδων πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στην πλευρά του περιεχομένου – και αλλάζει στο μέτρο που οι σύγχρονες ανάγκες έχουν ως αποτέλεσμα να μας συγκινούν διαφορετικά περιεχόμενα, προκαλώντας μια αναθεώρηση της ταξινόμησης των “μεγάλων εποχών” – δεν είναι λιγότερο προφανές ότι η δύναμη ενός έργου στην εποχή του δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενο. Μπορούμε να συγκρίνουμε αυτή τη διαδικασία με εκείνη της μόδας. Πέραν του μισού αιώνα, για παράδειγμα, όλες οι ενδυμασίες ανήκουν σε εξίσου ξεπερασμένες μόδες των οποίων κάποιες διαστάσεις μπορεί να ξαναβρίσκει η σημερινή ευαισθησία. Αλλά ο καθένας συναισθάνεται τη γελοιότητα του γυναικείου ντυσίματος πριν από δέκα χρόνια.

Έτσι το κίνημα της “επιτήδευσης”, αποσιωπημένο για πολύ καιρό από τα ακαδημαϊκά ψέματα σχετικά με τον 17ο αιώνα, και μολονότι οι μορφές έκφρασης που επινόησε έχουν γίνει εντελώς ξένες σ’ εμάς, πρόκειται να αναγνωριστεί ως το κύριο ρεύμα ιδεών του “Μεγάλου Αιώνα”, γιατί η ανάγκη που αισθανόμαστε αυτή τη στιγμή για μια εποικοδομητική ανατροπή όλων των πλευρών της ζωής ξαναβρίσκει το νόημα της θεμελιώδους συμβολής της Επιτήδευσης στη συμπεριφορά και στη διακόσμηση (η συζήτηση και ο περίπατος ως προνομιακές δραστηριότητες – στην αρχιτεκτονική, η διαφοροποίηση των χώρων κατοικίας, μια αλλαγή των αρχών διακόσμησης και επίπλωσης). Αντίθετα, όταν ο Ροζέ Βαγιάν γράφει το Ομορφόπαιδο [Beau Masque] σε στανταλικό ύφος, παρά το σχεδόν αξιόλογο περιεχόμενο, διατηρεί μονάχα τη δυνατότητα να αρέσει μέσω μιας καλοφτιαγμένης απομίμησης. Αυτό σημαίνει ότι, αναμφίβολα σε αντίθεση με τις προθέσεις του, απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε διανοούμενους με ξεπερασμένο γούστο. Και η πλειονότητα των κριτικών που επιτίθεται βλακωδώς στο περιεχόμενο, διακηρύσσοντάς το εξωφρενικό, χαιρετίζει τον επιδέξιο πεζογράφο.

Ας επιστρέψουμε στο ιστορικό ανέκδοτο.

3

Από αυτή τη θεμελιώδη αντίθεση, που σε τελική ανάλυση είναι η σύγκρουση ενός αρκετά καινούριου τρόπου να διευθύνει κανείς τη ζωή του με μια παλιά συνήθεια να την αλλοτριώνει, πήγαζαν κάθε είδους ανταγωνισμοί, οι οποίοι εξομαλύνονταν προσωρινά για χάρη μιας γενικής δράσης που ήταν διασκεδαστική και που, παρά τις αδεξιότητες και τις ανεπάρκειές της, την θεωρούμε ακόμα και σήμερα θετική.

Ορισμένες αμφισημίες διατηρήθηκαν επίσης από το χιούμορ που ορισμένοι έβαζαν – και κάποιοι άλλοι δεν έβαζαν – σε διαβεβαιώσεις επιλεγμένες για τον εντυπωσιακό τους χαρακτήρα: αν και αδιαφορούσαμε εντελώς για οποιαδήποτε διαιώνιση του ονόματός μας μέσω μιας λογοτεχνικής ή άλλης φήμης, γράφαμε ότι τα έργα μας – πρακτικά ανύπαρκτα – θα έμεναν στην ιστορία με την ίδια βεβαιότητα με την οποία ορισμένοι θεατρίνοι της ομάδας ισχυρίζονταν ότι είναι “αιώνιοι”. Όλοι διαβεβαιώναμε με κάθε ευκαιρία ότι ήμαστε πολύ ωραίοι. Η ευτέλεια των επιχειρημάτων που προβάλλονταν απέναντί μας, στις κινηματογραφικές λέσχες και παντού, δεν μας έδινε τη δυνατότητα να απαντήσουμε με μεγαλύτερη σοβαρότητα. Εξάλλου, συνεχίζουμε να διαθέτουμε αρκετή γοητεία.

Η κρίση του λετρισμού, η οποία προαναγγέλθηκε από τη σχεδόν ανοιχτή αντίθεση των καθυστερημένων σε ορισμένες κινηματογραφικές απόπειρες που καταδίκασαν προκειμένου να τις δυσφημίσουν με μια “αδέξια” βιαιότητα, ξέσπασε το 1952 όταν η “Λετριστική Διεθνής”, που συγκέντρωνε το ακραίο τμήμα του κινήματος γύρω από την εμφάνιση μιας επιθεώρησης με τον ίδιο τίτλο, έριξε ορισμένα προσβλητικά φυλλάδια σε μια συνέντευξη τύπου που δόθηκε από τον Τσάπλιν. Οι εστέτ-λετριστές, που αποτελούσαν εδώ και λίγο καιρό τη μειοψηφία, διαχώρισαν τη θέση τους εκ των υστέρων – προκαλώντας μια ρήξη που οι αφελείς δικαιολογίες τους δεν κατάφεραν να αναβάλουν ή να επανορθώσουν στη συνέχεια – επειδή το μερίδιο της δημιουργίας που συνέβαλε ο Τσάπλιν στον Κινηματογράφο τον έθετε, κατά τη γνώμη τους, στο απυρόβλητο. Η υπόλοιπη “επαναστατική” κοινή γνώμη μάς αποδοκίμασε ακόμα περισσότερο, εκείνη τη στιγμή, επειδή θεώρησε ότι το έργο και η προσωπικότητα του Τσάπλιν διατηρούσαν μια προοδευτική προοπτική. Έκτοτε, πολλοί συνήλθαν από αυτή την ψευδαίσθηση.

Η καταγγελία της γήρανσης των δογμάτων και των ανθρώπων που συνέδεσαν το όνομά τους με αυτά είναι ένα επείγον και εύκολο έργο για όποιον έχει διατηρήσει την επιθυμία να επιλύει τα πιο ελκυστικά ζητήματα που τίθενται στις μέρες μας. Όσο για τις απάτες της χαμένης γενιάς που εμφανίστηκε από τον τελευταίο πόλεμο μέχρι σήμερα, αυτές ήταν καταδικασμένες να ξεφουσκώσουν από μόνες τους. Ωστόσο, επειδή είναι γνωστή η έλλειψη κριτικής σκέψης που βρήκαν μπροστά τους αυτοί οι απατεώνες, θεωρούμε ότι ο λετρισμός συνέβαλε στην ταχύτερη εξαφάνισή τους· και ότι δεν είναι άσχετο με αυτό το γεγονός ότι σήμερα ένας Ιονέσκο, επαναλαμβάνοντας τριάντα χρόνια αργότερα και είκοσι φορές πιο ηλιθιωδώς ορισμένες σκηνικές υπερβολές του Τζαρά, δεν συγκεντρώνει ούτε το ένα τέταρτο της προσοχής που έχει στραφεί εδώ και μερικά χρόνια στο υπερεκτιμημένο κουφάρι του Αντονέν Αρτώ.

4

Οι λέξεις που μας χαρακτηρίζουν, σε αυτή την εποχή του κόσμου, τείνουν να μας περιορίζουν δυσάρεστα. Αναμφίβολα, ο όρος “λετριστές” προσδιορίζει με αρκετά άσχημο τρόπο ορισμένους ανθρώπους που δεν τρέφουν κάποια ιδιαίτερη εκτίμηση γι’ αυτό το είδος των ηχητικών στοιχείων και που, με εξαίρεση την ηχητική επένδυση μερικών ταινιών, δεν τα χρησιμοποιούν. Αλλά ο όρος “γαλλικός” μοιάζει να μας αποδίδει αποκλειστικούς δεσμούς με αυτό το έθνος και τις αποικίες του. Ο αθεϊσμός μπορεί να χαρακτηριστεί “χριστιανικός”, “εβραϊκός” ή “μουσουλμανικός” με εκπληκτική ευκολία. Κι έπειτα είναι πασίγνωστο ότι από μια λιγότερο ή περισσότερο εκλεπτυσμένη “αστική” εκπαίδευση παίρνουμε, αν όχι αυτές τις ιδέες, τουλάχιστον αυτό το λεξιλόγιο.

Έτσι, αρκετοί όροι διατηρήθηκαν παρά την εξέλιξη των ερευνών μας και τον ευτελισμό – που επέσυρε την κάθαρση – πολλών κυμάτων οπαδών: Λετριστική Διεθνής, μεταγραφία και άλλοι νεολογισμοί που παρατηρήσαμε ότι προκαλούσαν αμέσως την οργή κάθε είδους ανθρώπων. Ο πρώτος όρος της συμφωνίας μας παραμένει να κρατήσουμε αυτούς τους ανθρώπους μακριά από εμάς.

Μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι, από την πλευρά μας, διασπείραμε μια αβάσιμη, ανόητη και ανέντιμη σύγχυση στην ελίτ της διανόησης· εκείνη από την οποία κάποιος έρχεται συχνά για να μας ρωτήσει “τι ακριβώς θέλουμε” με ένα ύφος προστατευτικό και γεμάτο ενδιαφέρον που μας κάνει να τον πετάξουμε αμέσως έξω. Αλλά, καθώς είμαστε βέβαιοι ότι κανένας επαγγελματίας της λογοτεχνίας ή του Τύπου δεν θα ασχοληθεί σοβαρά με αυτό που φέρνουμε πριν περάσουν μερικά χρόνια, γνωρίζουμε καλά ότι η σύγχυση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μας εμποδίσει. Και, από ορισμένες άλλες πλευρές, μας ευχαριστεί.

5

Εξάλλου, στον βαθμό που αυτή η “ελίτ της διανόησης” της σημερινής Ευρώπης διαθέτει μια σχετική ευφυΐα και μια στάλα κουλτούρα, η σύγχυση στην οποία αναφερθήκαμε δεν υφίσταται πλέον. Όσοι από αυτούς που ήταν σύντροφοί μας πριν μερικά χρόνια επιδιώκουν ακόμα να προσελκύσουν την προσοχή, ή απλώς να ζήσουν από ασήμαντες φιλολογικές εργασίες, έγιναν υπερβολικά ηλίθιοι για να εξαπατήσουν τον κόσμο τους. Αναμασούν με θλιβερό τρόπο τους ίδιους τρόπους, που θα φθαρούν ακόμα πιο γρήγορα από τους άλλους. Δεν ξέρουν πόσο γρήγορα γερνάει μια μέθοδος ανανέωσης. Έτοιμοι για κάθε έκπτωση προκειμένου να εμφανιστούν στις “νέες νέες γαλλικές επιθεωρήσεις” [“nouvelles nouvelles revues françaises”], παλιάτσοι που παρουσιάζουν εθελοντικά τις ασκήσεις τους γιατί η αναζήτηση δεν αποδίδει πάντα, κλαψουρίζουν γιατί δεν απέκτησαν, μέσα σε αυτό το τυρί που βρωμάει, μια θέση – ας ήταν κι εκείνη ενός Ετιάμπλ –, την εκτίμηση που αποδίδεται ακόμα και στον Καγιουά, τον μισθό του Αρόν.

Υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι η τελευταία φιλοδοξία τους θα είναι η ίδρυση μιας μικρής ιουδαιο-πλαστικής θρησκείας. Θα καταλήξουν, με λίγη τύχη, σε κάποιον Θείο Πατέρα, Μορμόνοι της αισθητικής δημιουργίας.

Ας προσπεράσουμε αυτούς τους ανθρώπους, που μας διασκέδαζαν άλλοτε. Οι διασκεδάσεις που συνδέονται με έναν άνθρωπο είναι το ακριβές μέτρο της μετριότητάς του: τι να το κάνουμε το μπέιζμπολ ή την αυτόματη γραφή; Η ιδέα της επιτυχίας, όταν δεν προσκολλάται κανείς στις πιο απλές επιθυμίες, είναι αδιαχώριστη από καθολικές ανατροπές στην κλίμακα ολόκληρης της Γης. Οι υπόλοιπες επιτρεπόμενες επιτυχίες μοιάζουν πάντα έντονα με τη χειρότερη αποτυχία. Αυτό που θεωρούμε εξαιρετικά πολύτιμο στη δράση μας, μέχρι σήμερα, είναι ότι καταφέραμε να απαλλαγούμε από πολλές συνήθειες και συναναστροφές. Μπορούμε να πούμε ότι σπανίζουν αρκετά οι άνθρωποι που διάγουν τη ζωή τους, το μικρό εκείνο μέρος της ζωής τους όπου τους δίνονται κάποιες επιλογές, σύμφωνα με τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις τους. Είναι καλό να είσαι φανατικός σε ορισμένα θέματα. Μια οριενταλιστική-αποκρυφιστική επιθεώρηση, στις αρχές του έτους, έλεγε για μας ότι είμαστε «…πνεύματα εξαιρετικά ομιχλώδη, θεωρητικοί εξουθενωμένοι από τον ιό του “ξεπεράσματος”, με δράση που μένει, εξάλλου, πάντα μόνο στα λόγια». Αυτοί οι τιποτένιοι ενοχλούνται ακριβώς επειδή η δράση δεν μένει μόνο στα λόγια. Ασφαλώς, δεν θα μας πιάσει κανείς να ανατινάζουμε τις γέφυρες της Νησίδας Λουί για να τονίσουμε τον νησιωτικό χαρακτήρα αυτής της συνοικίας ούτε, στην απέναντι όχθη, να ανακατεύουμε και να διακοσμούμε τις συστάδες από τούβλα στην αποβάθρα Μπερνάρ τη νύχτα. Κάνουμε αυτά που είναι πιο επείγοντα, με τα πενιχρά μέσα που κατέχουμε αυτή τη στιγμή. Έτσι, απαγορεύοντας σε διάφορα είδη γουρουνιών να μας πλησιάσουν, τερματίζοντας με πολύ άσχημο τρόπο τις κονφουζιονιστικές προσπάθειες “κοινής δράσης” μαζί μας, δείχνοντας παντελή έλλειψη επιείκειας, αποδεικνύουμε στα άτομα αυτά την αναγκαία ύπαρξη του εν λόγω ιού. Αλλά αν εμείς είμαστε άρρωστοι, οι επικριτές μας είναι νεκροί.

Αφού εξετάζουμε αυτό το θέμα, είναι καλό να αποσαφηνίσουμε μια τακτική για την οποία ορισμένα πρόσωπα, από αυτά που συναναστρεφόμαστε λιγότερο, έχουν την τάση να μας κατηγορούν: τον αποκλεισμό πολλών από τους συμμετέχοντες στη Λετριστική Διεθνή και τη συστηματική αίγλη που απέκτησε αυτό το είδος της ποινής.

Πραγματικά, καθώς οδηγηθήκαμε να πάρουμε θέση για όλες σχεδόν τις πλευρές της ύπαρξης που μας προτείνεται, θεωρούμε πολύτιμη τη συμφωνία με μερικά άτομα ως προς το σύνολο αυτών των θέσεων, καθώς επίσης και ως προς ορισμένες ερευνητικές κατευθύνσεις. Οποιαδήποτε άλλη μορφή φιλίας, κοσμικών σχέσεων ή ακόμα και δεσμών αβροφροσύνης μάς αφήνει αδιάφορους ή μας προκαλεί απέχθεια. Οι αντικειμενικές παραβιάσεις αυτού του είδους της συμφωνίας δεν μπορούν να τιμωρηθούν παρά μόνο μέσω της ρήξης. Είναι προτιμότερο να αλλάζει κανείς φίλους παρά ιδέες.

Σε τελική ανάλυση, η κρίση παρέχεται από τη ζωή που διάγουν οι μεν και οι δε. Οι συγχρωτισμοί στους οποίους συγκατένευσαν ή συναίνεσαν εκ νέου οι περισσότεροι από τους αποκλεισμένους, οι γενικά επαίσχυντες και ενίοτε ακραίες δεσμεύσεις που ανέλαβαν, παρέχουν το ακριβές μέτρο για τον βαθμό της σοβαρότητας των διαφωνιών μας που επιλύθηκαν άμεσα· και ίσως επίσης για τη σημασία της συμφωνίας μας.

Μακράν του να υπερασπιστούμε τη μετατροπή αυτών των εχθροτήτων σε προσωπικά ζητήματα, δηλώνουμε απεναντίας ότι η ιδέα που έχουμε για τις ανθρώπινες σχέσεις μάς υποχρεώνει να τις μετατρέψουμε σε προσωπικά ζητήματα, τα οποία καθορίζονται από ζητήματα ιδεών αποφασιστικής σημασίας. Αυτοί που παραιτούνται καταδικάζουν οι  ίδιοι τους εαυτούς τους: δεν έχουμε κανέναν τρόπο να τιμωρήσουμε· τίποτα να συγχωρήσουμε.

Οι αγνοούμενοι του λετρισμού αρχίζουν να πληθαίνουν. Αλλά υπάρχουν απείρως περισσότερες υπάρξεις που ζουν και πεθαίνουν χωρίς να συναντήσουν ποτέ μια ευκαιρία να καταλάβουν και να επωφεληθούν. Από αυτή την άποψη, καθένας είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για τα ταλέντα που θα μπορούσε να έχει. Θα έπρεπε άραγε να επιδείξουμε μια συναισθηματική ευαισθησία απέναντι στις αξιοθρήνητες επιμέρους παραιτήσεις;

6

Απ’ όσα προηγήθηκαν πρέπει να έχει γίνει κατανοητό ότι η υπόθεσή μας δεν ήταν μια λογοτεχνική σχολή, μια ανανέωση της έκφρασης, ένας μοντερνισμός. Πρόκειται για έναν τρόπο ζωής που θα περάσει από πολλές εξερευνήσεις και προσωρινές μορφοποιήσεις, που τείνει ο ίδιος να μην ασκείται παρά μόνο μέσα στην προσωρινότητα. Η φύση αυτού του εγχειρήματος απαιτεί από εμάς να εργαζόμαστε ομαδικά, και να εκδηλωνόμαστε σχετικά λίγο: περιμένουμε πολλούς ανθρώπους και γεγονότα που θα έρθουν. Διαθέτουμε επίσης αυτή την άλλη μεγάλη δύναμη, να μην περιμένουμε πια τίποτα από ένα πλήθος γνωστών δραστηριοτήτων, ατόμων και θεσμών.

Πρέπει να μάθουμε πολλά και να πειραματιστούμε, στο μέτρο του δυνατού, με κάποιες μορφές αρχιτεκτονικής όπως και με κάποιους κανόνες συμπεριφοράς. Τίποτα δεν μας πιέζει να επεξεργαστούμε ένα οποιοδήποτε δόγμα: απέχουμε πολύ από την εξήγηση αρκετών πραγμάτων για να υποστηρίξουμε ένα συνεκτικό σύστημα που θα θεμελιωνόταν εξολοκλήρου στις καινοτομίες που πιστεύουμε ότι αξίζουν να μας συναρπάζουν.

Ακούμε συχνά να λέγεται ότι όλα χρειάζονται ένα ξεκίνημα. Έχει ειπωθεί επίσης ότι η ανθρωπότητα δεν θέτει ποτέ στον εαυτό της παρά μόνο τα προβλήματα που μπορεί να λύσει.

Γκυ-Ερνέστ Ντεμπόρ, Ζιλ Ζ. Βολμάν

H Αριστερά, με σθένος

Το ειδικό τεύχος της επιθεώρησης Μοντέρνοι Καιροί [Temps Modernes] που είναι αφιερωμένο στην Αριστερά, αν και καθαγιάζει κατά κύριο λόγο τη μηδαμινότητα των επιδιώξεων της Νέας Αριστεράς του στιλ Πιέρ Μαντές Φρανς [P.M.F.],  δεν επιβεβαιώνει την προσεχή έλευση ενός Λαϊκού Μετώπου. Αν και το τεύχος αυτό ξεπερνά σε μεγάλο βαθμό το ασυνήθιστα μέτριο επίπεδο που είχε γίνει το κριτήριο της συγκεκριμένης επιθεώρησης, δεν θυμίζει παρά μόνο σποραδικά τις παλιές καλές μέρες των ετών 1947-1949. Ενθουσιώδης, ευφυής, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, σε ένα άρθρο που δεν παίρνει κανένα ρίσκο, επιτίθεται στη σκέψη της δεξιάς και σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί “μη μέλλον” της αστικής τάξης. Στο θέμα αυτό, κανένας δεν αμφισβητεί τη μυθιστοριογράφο (προσφάτως) των Μανδαρίνων.

Οι ορισμοί που αφορούν “τον άνθρωπο της αριστεράς”, οι οποίοι οφείλονται είτε στον Λανζμάν είτε στον Μασκολό είτε στον Z. Πουιγιόν, δεν φέρνουν τίποτα που θα έπρεπε να ξαφνιάσει ένα καλό ριζοσπαστικό πνεύμα. Σε γενικές γραμμές, η αντίθεση που διακρίνει ο Μασκολό ανάμεσα στον “άνθρωπο της αριστεράς” και τον επαναστάτη δεν θα μπορούσε να τρομάξει παρά μόνο ορισμένους διανοούμενους που συντάσσονται με μια συναισθηματική αντίληψη της επανάστασης· και μεταξύ αυτών αρκετούς παλιούς σουρεαλιστές, ριζοσπάστες κ.λπ. Ο κομμουνιστής Ντεζαντί εξακολουθεί να είναι εκείνος που διευκρινίζει περισσότερο αυτό το σημείο, αν και το άρθρο του δεν είναι απαλλαγμένο από την περιφρόνηση με την οποία κάθε κομμουνιστής αντιμετωπίζει την άποψη που βρίσκεται κοντά στη δική του ως την πλέον αμφιλεγόμενη.

Ο Πεζύ ανέλαβε να μας δώσει ένα άρθρο αινιγματικό σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνεται εύκολα αντιληπτός ο ελιγμός. Εν ολίγοις, το ζήτημα είναι να αποδειχθεί ότι έκανε λάθος ο Τρότσκι επειδή η ίδια η ιστορία έκανε λάθος ή επειδή δεν βρέθηκε (κι εδώ ο κυρίαρχος σταλινισμός της επιθεώρησης φαίνεται να θεωρείται ήδη “ξεπερασμένος”) κάποιος εξίσου ιδιοφυής με τον Λένιν για να αναγκάσει την ιστορία να τον δικαιώσει. Ασφαλώς, μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρον να κρίνει κανείς έτσι την ιστορία και τους ανθρώπους που την δημιούργησαν, αλλά με αυτόν τον τρόπο ο Πεζύ αναλώνεται απλώς σε ένα διανοητικό παιχνίδι. Με το πρόσχημα ότι αναμοχλεύει μια ιστορική ενσάρκωση της Αριστεράς, το άρθρο του επιφυλάσσεται επίσης να εκφέρει γνώμη για το μέλλον αφού, διαβάζοντάς το, δεν μαθαίνει κανείς τίποτα περισσότερο για την πραγματική ευθύνη του Τρότσκι ή του Στάλιν, ούτε ποιος από τους δύο θα μπορούσε να έχει δίκιο ιστορικά, δεδομένου ότι η ιστορία δεν τελείωσε, ούτε εκείνη του Τρότσκι ούτε του Στάλιν. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι μόνο ότι ο Πεζύ δεν αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην έννοια της στράτευσης, αν και αυτή είναι τόσο προσφιλής στον Ζ.-Π. Σαρτρ…

Κατά τα λοιπά, η ανάλυση των καθηκόντων της Αριστεράς, η οποία αποδίδει εξέχουσα θέση στις οργανώσεις των διανοουμένων, βασίζεται μόνο στην ανάλυση των δυνάμεων των διάφορων κομμάτων. Πουθενά δεν υπάρχει οποιοδήποτε ίχνος ενός πιθανού κινήματος των μαζών ή μιας πραγματικής ανάλυσης της κατάστασής τους. Κατά την ανάγνωση αυτού του τεύχους, το προλεταριάτο δεν εμφανίζεται παρά μόνο πίσω από τα κόμματα, ως όργανο των κομμάτων της αριστεράς, και φυσικά του κομμουνιστικού κόμματος. Αυτό επιτρέπει τη συστράτευση του ξεκαρδιστικού Κλωντ Μπουρντέ, τις “προχωρημένες” θέσεις κάποιας Κωλέτ Ωντρί που κατανόησε την πραγματικότητα του “μπλουμιστικού” μύθου, τις απόψεις των Ντυβερζέ, Σωβύ, Λαβώ κ.λπ.

Μόνο ο Π. Ναβίλ διατηρεί κάποια αυθεντικότητα σε αυτή τη συναυλία των οιωνοσκόπων, για τους οποίους ο μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν μπορεί να είναι παρά μόνο το έργο μιας αμαξοστοιχίας που σταματάει σε όλους τους σταθμούς. Και, σε τελική ανάλυση, η έρευνα που διεξάχθηκε από το Γαλλικό Ινστιτούτο Κοινής Γνώμης είναι εκείνη στην οποία πρέπει να αναφερθεί κανείς αν θέλει να κρατήσει κάποιο κρίσιμο συμπέρασμα από αυτό το τεύχος. Εκεί, τουλάχιστον, οι απαντήσεις δεν υποδείχθηκαν εκ των προτέρων. Δεν μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι ισχύει το ίδιο για ορισμένα άρθρα…

Λεονάρ Ρανκίν

Όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο Potlatch μπορούν να αναπαραχθούν, να αντιγραφούν ή να παρατεθούν εν μέρει χωρίς καμία ένδειξη προέλευσης.

Το ασυνήθιστο, ως συνήθως

Η επανεμφάνιση της επιθεώρησης Bizarre αποδεικνύει ακόμα πιο ξεκάθαρα από άλλες παρόμοιες εκδόσεις την ολοκληρωτική φθορά μιας πνευματικής στάσης που ονομαζόταν, γύρω στα 1920, “νέο πνεύμα” [“esprit nouveau”].

Όταν, μετά την οριστική εξάντληση των δημιουργικών συνεισφορών ενός κινήματος ιδεών, οι ίδιες οι εμπορικές μορφές εκμετάλλευσης αυτού του κινήματος, οι οποίες είναι βέβαια πιο ικανές να επιβιώσουν για κάποιο χρονικό διάστημα, καταλήγουν στην παραπλάνηση ως προς το εμπόρευμα, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι η κόκκινη γραμμή έχει ξεπεραστεί.

Η διαφήμιση της επιθεώρησης Bizarre, για να μην πούμε τίποτα σχετικά με τον τίτλο της, υποστηρίζει το ασυνήθιστο (”Ασυνήθιστα κείμενα, φωτογραφίες και ντοκουμέντα”, αναφέρει η διαφήμιση του εκδότη Πωβέρ), δηλαδή εκείνη την ιδέα της ομορφιάς που αναγγέλθηκε από μια περίφημη διατύπωση του Απολλιναίρ η οποία δεν έχει χάσει σήμερα, από ορισμένες άλλες πλευρές, κάθε δραστική αξία: “Η έκπληξη είναι η μεγαλύτερη νέα κινητήρια δύναμη”.

Υπάρχει κάτι συγκινητικό στις προσπάθειες αυτών των φτωχών ανθρώπων που εκμεταλλεύονται για πολύ καιρό την ίδια φλέβα, χρησιμοποιώντας πάντα τον ίδιο τρόπο για να εκπλήσσουν. Οι σχέσεις τους με ένα ορισμένο κοινό θυμίζουν ταυτόχρονα τη διακίνηση ναρκωτικών (ο εθισμός σε ορισμένα ευφυολογήματα, η συνήθεια που δημιουργεί την ανάγκη) και την επίμοχθη ευγένεια των επαρχιακών σαλονιών (“Με εκπλήξατε πολύ. Η εικοστή επανάληψη της ωραίας λέξης σας είναι πάντα εξίσου εκπληκτική…”). Πάσχουν από έναν φετιχισμό του ασυνήθιστου, τον οποίο πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουν. Οι υπόλοιπες ομορφιές και τα δεινά του κόσμου, οι αλήθειες του, οι παραδοξότητές του, τους αφήνουν εντελώς αδιάφορους. Καθετί που δεν είναι το αναμενόμενο ασυνήθιστο δεν είναι τίποτα.

Έχει ήδη επισημανθεί ότι όλα τα “καινούρια” έργα που λανσαρίστηκαν θορυβωδώς από τους υποστηρικτές αυτού του σκονισμένου και νεκροφαγικού πνεύματος συνιστούσαν στην πραγματικότητα την εκταφή άγνωστων στρατιωτών των γραμμάτων της περιόδου πριν τον “μεγάλο πόλεμο”: η τρελή Νύχτα του Ξενοδοχείου Ροζ, της οποίας ο συγγραφέας ήταν εβδομήντα τριών ετών, ή Ο Κλέφτης, που ανακαλύφθηκε από τον ίδιο τον εκδότη Πωβέρ, του οποίου ο συγγραφέας έχει πεθάνει εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια. Αν ο Μωρίς Λεμπλάν παρέμενε ακόμα ανέκδοτος, θα μας τον αποκάλυπταν σήμερα, υπό το φως του Ζεν και της Γνώσης, σαν τον δημιουργό του σημαντικότερου έργου του 20ου αιώνα.

Σε αυτό το τεύχος 1 του Bizarre μπορεί κανείς να διαβάσει, ως εξόχως ενδεικτικό, εκείνο το άρθρο όπου ο ένας από τους συντάκτες του πιστεύει ότι κατέκτησε την πρωτοτυπία παρουσιάζοντας την κριτική μιας ταινίας που είδε σε ένα όνειρο. Αυτή η αφήγηση αποκαλύπτει πρώτα απ’ όλα την εξαιρετική φτώχεια ακόμα και των ίδιων των ονείρων αυτών των ανθρώπων, που μοιάζουν με τις πιο ανιαρές ταινίες από τα τέλη του βωβού Κινηματογράφου. Και φανερώνει επίσης με ποιες αντιδραστικές προθέσεις καταδικάζουν τον σημερινό εμπορικό κινηματογράφο.

Ένας άλλος, που αναμφίβολα δεν έχει συναναστραφεί ποτέ παρά μόνο με κάποιους νεαρούς κινηματογραφικούς θαμώνες, υποστηρίζει αφελώς σχετικά με την τελευταία ταινία του Ντασέν ότι στην κοινωνία όπου βρισκόμαστε ένας εγκληματίας έχει αντικειμενικά μεγαλύτερη επαναστατική αξία από έναν αστυνομικό ή έναν στρατιωτικό!

Θα έπρεπε να έρχεται κανείς από πολύ μακριά, για παράδειγμα να είναι έποικος του νότιου άκρου του Μαρόκου και να μην έχει διαβάσει παρά μόνο τον μακαρίτη Πολ Τσακ, για να νιώσει μια φευγαλέα έστω εντύπωση του ασυνήθιστου διαβάζοντας το Bizarre.

Με εξαίρεση αυτή την ακραία υπόθεση, κανένας δεν μπορεί να βρει στο Bizarre οτιδήποτε που θα μπορούσε να είναι, έστω και σε πολύ μικρό βαθμό, εκπληκτικό – δηλαδή καινούριο.

Ολοένα πιο πολύτιμο

Καθώς οποιαδήποτε οργανωμένη λετριστική δραστηριότητα εκτός της Γαλλίας έχει σταματήσει επί του παρόντος, το Potlatch παραμένει προς στιγμήν η μοναδική περιοδική έκδοση του κινήματος. Εξ ου και ο καινούριος υπότιτλός του.

Ο δρομέας και ο αστυνομικός επιθεωρητής

Το βράδυ της 13ης Ιουλίου, στο καφέ “Βοναπάρτης” της Ζερμαίν-ντε-Πρε, ο Μωχάμεντ Νταχού βρέθηκε τυχαία αντιμέτωπος με τον Ελβετό Λιαρντόν, έναν από τους ιδρυτές, τον Οκτώβριο του 1954, του Ελβετικού πρώην Τμήματος της Λετριστικής Διεθνούς. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, ο Νταχού έσυρε τον προβοκάτορα μέχρι τον δρόμο και άρχισε να τον χτυπάει.

Ο Λιαρντόν, αφού ξεφώνισε ανώφελα μπροστά σε αρκετές εκατοντάδες μάρτυρες ότι η ευθύνη για τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1954 βαραίνει κάποιους άγνωστους απόντες Ελβετούς, αναζήτησε τη σωτηρία του στη διαφυγή.

Ο Μωχάμεντ Νταχού ρίχτηκε στο κατόπι του, και θα τον είχε σίγουρα προφτάσει στη γωνία της λεωφόρου Ζερμαίν αν ο Λιαρντόν δεν έθετε τον εαυτό του υπό την προστασία κάποιων αστυνομικών που φύλαγαν αυτό το μέρος για την ομαλή εξέλιξη της εθνικής γιορτής τους.

Αφού κατέφυγε στο αστυνομικό τμήμα της οδού Αβαείου, όπου είχε προσπαθήσει μάταια να πετύχει τη φυλάκιση του Νταχού, ο Λιαρντόν αρνήθηκε κατηγορηματικά να βγει από εκεί φοβούμενος ένα νέο κακό συναπάντημα.

Μήπως βρίσκεται ακόμα εκεί μέχρι σήμερα, έχοντας βρει τελικά τον δρόμο του και την κοινωνική του καριέρα;

Ο καταμερισμός της εργασίας

Έχοντας παρατηρήσει πόσο ενδιαφέρεται το μορφωμένο κοινό για τα διάφορα επαγγέλματα των συγγραφέων που αναφέρονται στην επικεφαλίδα κάθε σύγχρονου μυθιστορήματος, θεωρούμε χρήσιμο για την καλή μας φήμη να δημοσιεύσουμε έναν συλλογικό, και ως εκ τούτου πιο πλούσιο, κατάλογο των επαγγελμάτων που έχουν ασκηθεί περιστασιακά από τους πιο εξέχοντες θεωρητικούς της Λετριστικής Διεθνούς:

Διερμηνέας, κομμωτής, τηλεφωνητής, ερευνητής στατιστικών στοιχείων, πλέκτης, ρεσεψιονίστ, πυγμάχος, υπάλληλος γραφείου, μεσίτης ακινήτων, λαντζέρης, πλασιέ, ταχυδρόμος, κυνηγός στην Αφρική, δακτυλογράφος, κινηματογραφιστής, τορναδόρος, φροντιστής, ανειδίκευτος εργάτης, γραμματέας, σφαγέας, μπάρμαν, εργάτης σε κονσερβοποιείο σαρδελών.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι

Θα ήταν παράξενο αν πιστεύαμε ότι ο κομμουνιστικός τύπος χρησιμοποιείται για επαναστατική προπαγάνδα ή έστω και μόνο για τη διακήρυξη μιας συνεπούς πολιτικής.

Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να εκπλήσσεται κανείς διαβάζοντας στην Κυριακάτικη Humanité της 28ης Αυγούστου 1955 το άρθρο που αφιερώνει ο Αντρέ Βερντέ στους Πικάσο και Κλουζό, το οποίο ανέρχεται στα ακόλουθα ύψη: “Σοβαρός και ωραίος σαν άγαλμα της Αρχαιότητας, ο Ντομινγκίν ήταν ντυμένος με την πολύχρωμη φωτεινή ενδυμασία του. Τρεις άνδρες παρευρίσκονταν στην παραδοσιακή προσευχή: ο Πικάσο, ο Κλουζό και ο φροντιστής τού Ντομινγκίν. Για τους δύο πρώτους, ήταν ένα προνόμιο που παραχωρείται σπάνια […]. Ο Πικάσο και ο Κλουζό έμειναν προς στιγμή σιωπηλοί: Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΤΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΟΥΣ ΣΑΓΗΝΕΥΕ. Ιερουργώντας με πίστη, ο Ντομινγκίν έκανε το σημείο του σταυρού… κ.λπ.”

Τίθεται το ερώτημα: Πρέπει να θεωρήσουμε τον Πικάσο και τον Κλουζό, από ηθική άποψη, ως θλιβερά ψοφίμια που πρέπει να μεταφερθούν σε κάποιο σφαγείο – ή μήπως τον Αντρέ Βερντέ ως προβοκάτορα;

Και σε κάθε περίπτωση, η δημοσίευση τέτοιων σκουπιδιών σε μια εβδομαδιαία εφημερίδα που διαβάζεται σε μεγάλο βαθμό από την εργατική τάξη δεν μπορεί, για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη που έφερε πρόσφατα στη μόδα ο Σαρτρ, να απελπίσει την Μπιγιανκούρ πιο ύπουλα από τα άρθρα των εκδοτών της L’Aurore ή της Combat;

Για το Potlatch:
Μισέλ Μπερνστάιν, Μ. Νταχού, Ντεμπόρ,
Φιγιόν, Λ. Ρανκίν, Βέρα, Ζιλ Ζ. Βολμάν

Αρχισυντάκτης: Μ. Νταχού, οδός Montagne-Geneviève 32, Παρίσι 5ο διαμέρισμα.

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Potlatch #22 : Ο δρομέας και ο αστυνομικός επιθεωρητής

Potlatch #22

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς
Μηνιαίο

9 Σεπτεμβρίου 1955

Ο δρομέας και ο αστυνομικός επιθεωρητής

Το βράδυ της 13ης Ιουλίου, στο καφέ “Βοναπάρτης” της Ζερμαίν-ντε-Πρε, ο Μωχάμεντ Νταχού βρέθηκε τυχαία αντιμέτωπος με τον Ελβετό Λιαρντόν, έναν από τους ιδρυτές, τον Οκτώβριο του 1954, του Ελβετικού πρώην Τμήματος της Λετριστικής Διεθνούς. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, ο Νταχού έσυρε τον προβοκάτορα μέχρι τον δρόμο και άρχισε να τον χτυπάει.

Ο Λιαρντόν, αφού ξεφώνισε ανώφελα μπροστά σε αρκετές εκατοντάδες μάρτυρες ότι η ευθύνη για τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1954 βαραίνει κάποιους άγνωστους απόντες Ελβετούς, αναζήτησε τη σωτηρία του στη διαφυγή.

dahou

Ντεμπόρ, Στσεγκλώφ, Νταχού και ένας ξάδερφός του (1954)

Ο Μωχάμεντ Νταχού ρίχτηκε στο κατόπι του, και θα τον είχε σίγουρα προφτάσει στη γωνία της λεωφόρου Ζερμαίν αν ο Λιαρντόν δεν έθετε τον εαυτό του υπό την προστασία κάποιων αστυνομικών που φύλαγαν αυτό το μέρος για την ομαλή εξέλιξη της εθνικής γιορτής τους.

Αφού κατέφυγε στο αστυνομικό τμήμα της οδού Αβαείου, όπου είχε προσπαθήσει μάταια να πετύχει τη φυλάκιση του Νταχού, ο Λιαρντόν αρνήθηκε κατηγορηματικά να βγει από εκεί φοβούμενος ένα νέο κακό συναπάντημα.

Μήπως βρίσκεται ακόμα εκεί μέχρι σήμερα, έχοντας βρει τελικά τον δρόμο του και την κοινωνική του καριέρα;

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Potlatch #22 : Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι

Potlatch #22

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς

9 Σεπτεμβρίου 1955

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι

Θα ήταν παράξενο αν πιστεύαμε ότι ο κομμουνιστικός τύπος χρησιμοποιείται για επαναστατική προπαγάνδα ή έστω και μόνο για τη διακήρυξη μιας συνεπούς πολιτικής.

Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να εκπλήσσεται κανείς διαβάζοντας στην Κυριακάτικη Humanité της 28ης Αυγούστου 1955 το άρθρο που αφιερώνει ο Αντρέ Βερντέ στους Πικάσο και Κλουζό, το οποίο ανέρχεται στα ακόλουθα ύψη: “Σοβαρός και ωραίος σαν άγαλμα της Αρχαιότητας, ο Ντομινγκίν [1] ήταν ντυμένος με την πολύχρωμη φωτεινή ενδυμασία του. Τρεις άνδρες παρευρίσκονταν στην παραδοσιακή προσευχή: ο Πικάσο, ο Κλουζό και ο φροντιστής τού Ντομινγκίν. Για τους δύο πρώτους, ήταν ένα προνόμιο που παραχωρείται σπάνια […]. Ο Πικάσο και ο Κλουζό έμειναν προς στιγμή σιωπηλοί: Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΤΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΟΥΣ ΣΑΓΗΝΕΥΕ. Ιερουργώντας με πίστη, ο Ντομινγκίν έκανε το σημείο του σταυρού… κ.λπ.”

Τίθεται το ερώτημα: Πρέπει να θεωρήσουμε τον Πικάσο και τον Κλουζό, από ηθική άποψη, ως θλιβερά ψοφίμια που πρέπει να μεταφερθούν σε κάποιο σφαγείο – ή μήπως τον Αντρέ Βερντέ ως προβοκάτορα;

Και σε κάθε περίπτωση, η δημοσίευση τέτοιων σκουπιδιών σε μια εβδομαδιαία εφημερίδα που διαβάζεται σε μεγάλο βαθμό από την εργατική τάξη δεν μπορεί, για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη που έφερε πρόσφατα στη μόδα ο Σαρτρ, να απελπίσει την Μπιγιανκούρ [2] πιο ύπουλα από τα άρθρα των εκδοτών της L’Aurore ή της Combat;

Για το Potlatch:
Μισέλ Μπερνστάιν, Μ. Νταχού, Ντεμπόρ,
Φιγιόν, Λ. Ρανκίν, Βέρα, Ζιλ Ζ. Βολμάν

ΣτΜ

[1] Λουίς Μιγκέλ Μτομινγκίν: Διάσημος Ισπανός ταυρομάχος, φίλος του Πικάσο.
[2] Βουλώνη-Μπιγιανκούρ: Nοτιοδυτικό προάστιο και σημαντική βιομηχανική περιοχή του Παρισιού. Ας σημειωθεί ότι από το εργοστάσιο της Ρενώ-Μπιγιανκούρ ξεκίνησε η άγρια απεργία στη Γαλλία το Μάη του 1968.

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Potlatch #22 – Ο καταμερισμός της εργασίας

Potlatch #22

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς

9 Σεπτεμβρίου 1955

Ο καταμερισμός της εργασίας

Έχοντας παρατηρήσει πόσο ενδιαφέρεται το μορφωμένο κοινό για τα διάφορα επαγγέλματα των συγγραφέων που αναφέρονται στην επικεφαλίδα κάθε σύγχρονου μυθιστορήματος, θεωρούμε χρήσιμο για την καλή μας φήμη να δημοσιεύσουμε έναν συλλογικό, και ως εκ τούτου πιο πλούσιο, κατάλογο των επαγγελμάτων που έχουν ασκηθεί περιστασιακά από τους πιο εξέχοντες θεωρητικούς της Λετριστικής Διεθνούς:

Διερμηνέας, κομμωτής, τηλεφωνητής, ερευνητής στατιστικών στοιχείων, πλέκτης, ρεσεψιονίστ, πυγμάχος, υπάλληλος γραφείου, μεσίτης ακινήτων, λαντζέρης, πλασιέ, ταχυδρόμος, κυνηγός στην Αφρική, δακτυλογράφος, κινηματογραφιστής, τορναδόρος, φροντιστής, ανειδίκευτος εργάτης, γραμματέας, σφαγέας, μπάρμαν, εργάτης σε κονσερβοποιείο σαρδελών.

 

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Potlatch #22 – Το ασυνήθιστο, ως συνήθως

Potlatch #22

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς

9 Σεπτεμβρίου 1955

Το ασυνήθιστο, ως συνήθως

Η επανεμφάνιση της επιθεώρησης Bizarre αποδεικνύει ακόμα πιο ξεκάθαρα από άλλες παρόμοιες εκδόσεις την ολοκληρωτική φθορά μιας πνευματικής στάσης που ονομαζόταν, γύρω στα 1920, “νέο πνεύμα” [“esprit nouveau”].

Όταν, μετά την οριστική εξάντληση των δημιουργικών συνεισφορών ενός κινήματος ιδεών, οι ίδιες οι εμπορικές μορφές εκμετάλλευσης αυτού του κινήματος, οι οποίες είναι βέβαια πιο ικανές να επιβιώσουν για κάποιο χρονικό διάστημα, καταλήγουν στην παραπλάνηση ως προς το εμπόρευμα, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι η κόκκινη γραμμή έχει ξεπεραστεί.

Η διαφήμιση της επιθεώρησης Bizarre, για να μην πούμε τίποτα σχετικά με τον τίτλο της, υποστηρίζει το ασυνήθιστο (”Ασυνήθιστα κείμενα, φωτογραφίες και ντοκουμέντα”, αναφέρει η διαφήμιση του εκδότη Πωβέρ), δηλαδή εκείνη την ιδέα της ομορφιάς που αναγγέλθηκε από μια περίφημη διατύπωση του Απολλιναίρ η οποία δεν έχει χάσει σήμερα, από ορισμένες άλλες πλευρές, κάθε δραστική αξία: “Η έκπληξη είναι η μεγαλύτερη νέα κινητήρια δύναμη”.

bizarreΥπάρχει κάτι συγκινητικό στις προσπάθειες αυτών των φτωχών ανθρώπων που εκμεταλλεύονται για πολύ καιρό την ίδια φλέβα, χρησιμοποιώντας πάντα τον ίδιο τρόπο για να εκπλήσσουν. Οι σχέσεις τους με ένα ορισμένο κοινό θυμίζουν ταυτόχρονα τη διακίνηση ναρκωτικών (ο εθισμός σε ορισμένα ευφυολογήματα, η συνήθεια που δημιουργεί την ανάγκη) και την επίμοχθη ευγένεια των επαρχιακών σαλονιών (“Με εκπλήξατε πολύ. Η εικοστή επανάληψη της ωραίας λέξης σας είναι πάντα εξίσου εκπληκτική…”). Πάσχουν από έναν φετιχισμό του ασυνήθιστου, τον οποίο πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουν. Οι υπόλοιπες ομορφιές και τα δεινά του κόσμου, οι αλήθειες του, οι παραδοξότητές του, τους αφήνουν εντελώς αδιάφορους. Καθετί που δεν είναι το αναμενόμενο ασυνήθιστο δεν είναι τίποτα.

Έχει ήδη επισημανθεί ότι όλα τα “καινούρια” έργα που λανσαρίστηκαν θορυβωδώς από τους υποστηρικτές αυτού του σκονισμένου και νεκροφαγικού πνεύματος συνιστούσαν στην πραγματικότητα την εκταφή άγνωστων στρατιωτών των γραμμάτων της περιόδου πριν τον “μεγάλο πόλεμο”: η τρελή Νύχτα του Ξενοδοχείου Ροζ, της οποίας ο συγγραφέας ήταν εβδομήντα τριών ετών, ή Ο Κλέφτης, που ανακαλύφθηκε από τον ίδιο τον εκδότη Πωβέρ, του οποίου ο συγγραφέας έχει πεθάνει εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια. Αν ο Μωρίς Λεμπλάν παρέμενε ακόμα ανέκδοτος, θα μας τον αποκάλυπταν σήμερα, υπό το φως του Ζεν και της Γνώσης, σαν τον δημιουργό του σημαντικότερου έργου του 20ου αιώνα.

Σε αυτό το τεύχος 1 του Bizarre μπορεί κανείς να διαβάσει, ως εξόχως ενδεικτικό, εκείνο το άρθρο όπου ο ένας από τους συντάκτες του πιστεύει ότι κατέκτησε την πρωτοτυπία παρουσιάζοντας την κριτική μιας ταινίας που είδε σε ένα όνειρο. Αυτή η αφήγηση αποκαλύπτει πρώτα απ’ όλα την εξαιρετική φτώχεια ακόμα και των ίδιων των ονείρων αυτών των ανθρώπων, που μοιάζουν με τις πιο ανιαρές ταινίες από τα τέλη του βωβού Κινηματογράφου. Και φανερώνει επίσης με ποιες αντιδραστικές προθέσεις καταδικάζουν τον σημερινό εμπορικό κινηματογράφο.

Ένας άλλος, που αναμφίβολα δεν έχει συναναστραφεί ποτέ παρά μόνο με κάποιους νεαρούς κινηματογραφικούς θαμώνες, υποστηρίζει αφελώς σχετικά με την τελευταία ταινία του Ντασέν ότι στην κοινωνία όπου βρισκόμαστε ένας εγκληματίας έχει αντικειμενικά μεγαλύτερη επαναστατική αξία από έναν αστυνομικό ή έναν στρατιωτικό!

Θα έπρεπε να έρχεται κανείς από πολύ μακριά, για παράδειγμα να είναι έποικος του νότιου άκρου του Μαρόκου και να μην έχει διαβάσει παρά μόνο τον μακαρίτη Πολ Τσακ, για να νιώσει μια φευγαλέα έστω εντύπωση του ασυνήθιστου διαβάζοντας το Bizarre.

Με εξαίρεση αυτή την ακραία υπόθεση, κανένας δεν μπορεί να βρει στο Bizarre οτιδήποτε που θα μπορούσε να είναι, έστω και σε πολύ μικρό βαθμό, εκπληκτικό – δηλαδή καινούριο.

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Λεονάρ Ρανκίν: Η Αριστερά, με σθένος (Potlatch #22)

Potlatch #22

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς

9 Σεπτεμβρίου 1955

H Αριστερά, με σθένος

Το ειδικό τεύχος της επιθεώρησης Μοντέρνοι Καιροί [Temps Modernes] που είναι αφιερωμένο στην Αριστερά, αν και καθαγιάζει κατά κύριο λόγο τη μηδαμινότητα των επιδιώξεων της Νέας Αριστεράς του στιλ Πιέρ Μαντές Φρανς [P.M.F.],  δεν επιβεβαιώνει την προσεχή έλευση ενός Λαϊκού Μετώπου. Αν και το τεύχος αυτό ξεπερνά σε μεγάλο βαθμό το ασυνήθιστα μέτριο επίπεδο που είχε γίνει το κριτήριο της συγκεκριμένης επιθεώρησης, δεν θυμίζει παρά μόνο σποραδικά τις παλιές καλές μέρες των ετών 1947-1949. Ενθουσιώδης, ευφυής, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, σε ένα άρθρο που δεν παίρνει κανένα ρίσκο, επιτίθεται στη σκέψη της δεξιάς και σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί “μη μέλλον” της αστικής τάξης. Στο θέμα αυτό, κανένας δεν αμφισβητεί τη μυθιστοριογράφο (προσφάτως) των Μανδαρίνων.

tempsΟι ορισμοί που αφορούν “τον άνθρωπο της αριστεράς”, οι οποίοι οφείλονται είτε στον Λανζμάν είτε στον Μασκολό είτε στον Z. Πουιγιόν, δεν φέρνουν τίποτα που θα έπρεπε να ξαφνιάσει ένα καλό ριζοσπαστικό πνεύμα. Σε γενικές γραμμές, η αντίθεση που διακρίνει ο Μασκολό ανάμεσα στον “άνθρωπο της αριστεράς” και τον επαναστάτη δεν θα μπορούσε να τρομάξει παρά μόνο ορισμένους διανοούμενους που συντάσσονται με μια συναισθηματική αντίληψη της επανάστασης· και μεταξύ αυτών αρκετούς παλιούς σουρεαλιστές, ριζοσπάστες κ.λπ. Ο κομμουνιστής Ντεζαντί εξακολουθεί να είναι εκείνος που διευκρινίζει περισσότερο αυτό το σημείο, αν και το άρθρο του δεν είναι απαλλαγμένο από την περιφρόνηση με την οποία κάθε κομμουνιστής αντιμετωπίζει την άποψη που βρίσκεται κοντά στη δική του ως την πλέον αμφιλεγόμενη.

Ο Πεζύ ανέλαβε να μας δώσει ένα άρθρο αινιγματικό σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνεται εύκολα αντιληπτός ο ελιγμός. Εν ολίγοις, το ζήτημα είναι να αποδειχθεί ότι έκανε λάθος ο Τρότσκι επειδή η ίδια η ιστορία έκανε λάθος ή επειδή δεν βρέθηκε (κι εδώ ο κυρίαρχος σταλινισμός της επιθεώρησης φαίνεται να θεωρείται ήδη “ξεπερασμένος”) κάποιος εξίσου ιδιοφυής με τον Λένιν για να αναγκάσει την ιστορία να τον δικαιώσει. Ασφαλώς, μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρον να κρίνει κανείς έτσι την ιστορία και τους ανθρώπους που την δημιούργησαν, αλλά με αυτόν τον τρόπο ο Πεζύ αναλώνεται απλώς σε ένα διανοητικό παιχνίδι. Με το πρόσχημα ότι αναμοχλεύει μια ιστορική ενσάρκωση της Αριστεράς, το άρθρο του επιφυλάσσεται επίσης να εκφέρει γνώμη για το μέλλον διότι, διαβάζοντάς το, δεν μαθαίνει κανείς τίποτα περισσότερο για την πραγματική ευθύνη του Τρότσκι ή του Στάλιν, ούτε ποιος από τους δύο θα μπορούσε να έχει δίκιο ιστορικά, δεδομένου ότι η ιστορία δεν τελείωσε, ούτε εκείνη του Τρότσκι ούτε του Στάλιν. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι μόνο ότι ο Πεζύ δεν αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην έννοια της στράτευσης, αν και αυτή είναι τόσο προσφιλής στον Ζ.-Π. Σαρτρ…

Κατά τα λοιπά, η ανάλυση των καθηκόντων της Αριστεράς, η οποία αποδίδει εξέχουσα θέση στις οργανώσεις των διανοουμένων, βασίζεται μόνο στην ανάλυση των δυνάμεων των διάφορων κομμάτων. Πουθενά δεν υπάρχει οποιοδήποτε ίχνος ενός πιθανού κινήματος των μαζών ή μιας πραγματικής ανάλυσης της κατάστασής τους. Κατά την ανάγνωση αυτού του τεύχους, το προλεταριάτο δεν εμφανίζεται παρά μόνο πίσω από τα κόμματα, ως όργανο των κομμάτων της αριστεράς, και φυσικά του κομμουνιστικού κόμματος. Αυτό επιτρέπει τη συστράτευση του ξεκαρδιστικού Κλωντ Μπουρντέ, τις “προχωρημένες” θέσεις κάποιας Κωλέτ Ωντρί που κατανόησε την πραγματικότητα του “μπλουμιστικού” μύθου, τις απόψεις των Ντυβερζέ, Σωβύ, Λαβώ κ.λπ.

Μόνο ο Π. Ναβίλ διατηρεί κάποια αυθεντικότητα σε αυτή τη συναυλία των οιωνοσκόπων, για τους οποίους ο μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν μπορεί να είναι παρά μόνο το έργο μιας αμαξοστοιχίας που σταματάει σε όλους τους σταθμούς. Και, σε τελική ανάλυση, η έρευνα που διεξάχθηκε από το Γαλλικό Ινστιτούτο Κοινής Γνώμης είναι εκείνη στην οποία πρέπει να αναφερθεί κανείς αν θέλει να κρατήσει κάποιο κρίσιμο συμπέρασμα από αυτό το τεύχος. Εκεί, τουλάχιστον, οι απαντήσεις δεν υποδείχθηκαν εκ των προτέρων. Δεν μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι ισχύει το ίδιο για ορισμένα άρθρα…

Λεονάρ Ρανκίν

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Γκυ-Ερνέστ Ντεμπόρ, Ζιλ Ζ. Βολμάν: Γιατί ο λετρισμός; (1955)

Potlatch #22

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς

9 Σεπτεμβρίου 1955

Γιατί ο λετρισμός;

1

Η τελευταία μεταπολεμική περίοδος στην Ευρώπη φαίνεται ότι μπορεί να οριστεί ιστορικά ως η περίοδος της γενικευμένης αποτυχίας των προσπαθειών αλλαγής τόσο στη συναισθηματική όσο και στην πολιτική τάξη.

Ενώ οι θεαματικές τεχνικές επινοήσεις πολλαπλασιάζουν τις δυνατότητες των μελλοντικών κατασκευών, ταυτόχρονα με τους κινδύνους των αντιφάσεων που δεν έχουν επιλυθεί ακόμα, διαπιστώνουμε μια στασιμότητα των κοινωνικών αγώνων και, σε πνευματικό επίπεδο, μια καθολική αντίδραση ενάντια στο κίνημα των ανακαλύψεων που κορυφώθηκε γύρω στο 1930, συνδυάζοντας τις πιο ευρείες διεκδικήσεις με την αναγνώριση των πρακτικών μέσων για την επιβολή τους.

Καθώς η εφαρμογή αυτών των επαναστατικών μέσων αποδείχτηκε απογοητευτική, από την προέλαση του φασισμού μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η υποχώρηση των ελπίδων που είχαν συνδεθεί μαζί τους ήταν αναπόφευκτη.

Μετά την ανολοκλήρωτη απελευθέρωση του 1944, η πνευματική και καλλιτεχνική αντίδραση ξεσπάει παντού: η αφηρημένη ζωγραφική, απλή στιγμή της σύγχρονης εικαστικής εξέλιξης όπου δεν κατέχει παρά μια άχαρη θέση, παρουσιάζεται από όλα τα μέσα δημοσιότητας ως θεμέλιο μιας νέας αισθητικής. Ο αλεξανδρινός στίχος αφιερώνεται σε μια προλεταριακή αναγέννηση την οποία το προλεταριάτο θα ξεπερνούσε ως πολιτισμική μορφή με την ίδια ευκολία με την οποία θα ξεπεράσει το άρμα ή την τριήρη ως μεταφορικά μέσα. Υποπροϊόντα του γραπτού λόγου που προκάλεσε σκάνδαλο, και που δεν είχε διαβαστεί, πριν από είκοσι χρόνια, αποκομίζουν έναν εφήμερο αλλά ηχηρό θαυμασμό: η ποίηση του Πρεβέρ ή του Σαρ, η πρόζα του Γκρακ, το θέατρο του φρικτού κρετίνου Πισέτ, και όλα τα υπόλοιπα. Ο κινηματογράφος, όπου οι διάφορες μέθοδοι εμπειρικής σκηνοθεσίας έχουν χρησιμοποιηθεί στο έπακρο, εξυμνεί το μέλλον του με τον λογοκλόπο Ντε Σίκα και βρίσκει κάτι καινούριο – μάλλον εξωτισμό – σε ορισμένες ιταλικές ταινίες όπου η φτώχεια επέβαλε ένα στιλ γυρίσματος ελαφρώς διαφορετικό από τις χολιγουντιανές συνήθειες, αλλά τόσο μακριά από τον Σ.Μ. Αϊζενστάιν. Είναι γνωστό, εξάλλου, σε πόσες επίπονες φαινομενολογικές μεταμορφώσεις επιδίδονται διάφοροι καθηγητές που, επιπλέον, δεν χορεύουν μέσα σε κάβες.

Απέναντι σε αυτή τη θλιβερή και επικερδή εμποροπανήγυρη, όπου κάθε επανάληψη είχε τους οπαδούς της, κάθε οπισθοδρόμηση τους θαυμαστές της, κάθε remake τους φανατικούς του, μόνο μια ομάδα εξέφρασε μια καθολική αντίθεση και μια πλήρη περιφρόνηση, στο όνομα του ιστορικά αναγκαίου ξεπεράσματος αυτών των παλιών αξιών. Ένα είδος εφευρετικής αισιοδοξίας παρείχε στην ομάδα αυτή τις αρνήσεις και την επιβεβαίωση πέρα από αυτές τις αρνήσεις. Θα έπρεπε να της αναγνωρίσουμε, παρά τις πολύ διαφορετικές προθέσεις, τον ευεργετικό ρόλο που ανέλαβε το Νταντά σε μιαν άλλη εποχή.

Βολμάν, Νταχού, Ντεμπόρ, Στσεγκλώφ (1954)

Θα μας πουν ίσως ότι η επανέναρξη ενός ντανταϊσμού δεν ήταν πολύ έξυπνο εγχείρημα. Αλλά το ζήτημα δεν ήταν να ξαναφτιάξουμε έναν ντανταϊσμό. Η πολύ σοβαρή υποχώρηση της επαναστατικής πολιτικής, συνδεόμενη με την εκτυφλωτική χρεοκοπία της εργατικής αισθητικής που επιβεβαιώθηκε από την ίδια οπισθοδρομική φάση, παρείχε στον κονφουζιονισμό όλο το πεδίο όπου λυσσομανούσε τριάντα χρόνια νωρίτερα. Στο επίπεδο του πνεύματος, η μικροαστική τάξη βρίσκεται πάντα στην εξουσία. Μετά από μερικές τρανταχτές κρίσεις, το μονοπώλιό της έχει διευρυνθεί ακόμα περισσότερο από πριν: καθετί που δημοσιοποιείται σήμερα στον κόσμο – είτε πρόκειται για την καπιταλιστική λογοτεχνία, τη σοσιαλιστική-ρεαλιστική λογοτεχνία, τη φορμαλιστική ψευτο-πρωτοπορία που επιβιώνει μέσω εντύπων στο δημόσιο πεδίο, ή τις αμφιλεγόμενες θεοσοφικές αγωνίες ορισμένων πρώην απελευθερωτικών κινημάτων – αποκαλύπτει πλήρως το μικροαστικό πνεύμα. Κάτω από την πίεση της πραγματικότητας της εποχής, πρέπει να τελειώνουμε μια και καλή με αυτό το πνεύμα. Για τον σκοπό αυτό, όλα τα μέσα είναι καλά.

Οι ανυπόφορες προκλήσεις που προώθησε ή προετοίμασε η λετριστική ομάδα (ποίηση περιορισμένη σε γράμματα, μεταγραφική αφήγηση, κινηματογράφος χωρίς εικόνες) πυροδότησαν έναν θανάσιμο πληθωρισμό στις τέχνες.

Προσχωρήσαμε λοιπόν σε αυτή χωρίς δισταγμό.

2

Γύρω στο 1950 η λετριστική ομάδα, ενώ εφάρμοζε μια αξιέπαινη αδιαλλαξία προς τα έξω, αποδεχόταν μεταξύ των μελών της μια αρκετά μεγάλη σύγχυση ιδεών.

Η ίδια η ονοματοποιητική ποίηση, που εμφανίστηκε μαζί με τον φουτουρισμό και έφτασε αργότερα σε έναν ορισμένο βαθμό τελειότητας με τον Σβίττερς και μερικούς άλλους, δεν είχε πια κανένα ενδιαφέρον εκτός από την απόλυτη συστηματοποίηση που την παρουσίαζε ως τη μοναδική ποίηση της στιγμής, καταδικάζοντας σε θάνατο όλες τις άλλες μορφές και σύντομα τον ίδιο της τον εαυτό. Ωστόσο, η συνείδηση του πραγματικού πεδίου που μας δόθηκε για να παίξουμε αγνοήθηκε από πολλούς προς όφελος μιας παιδιάστικης αντίληψης της ιδιοφυΐας και της φήμης.

Η τότε πλειοψηφική τάση απέδιδε στη δημιουργία νέων μορφών τη μεγαλύτερη αξία από όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Αυτή η πίστη σε μια μορφική εξέλιξη που δεν έχει αιτίες ή σκοπούς έξω από τον εαυτό της είναι το θεμέλιο της ιδεαλιστικής αστικής άποψης μέσα στις τέχνες. (Η ανόητη πίστη τους σε αμετάβλητες εννοιολογικές κατηγορίες θα οδηγούσε δικαιολογημένα ορισμένους εξ αυτών που διαγράφτηκαν από την ομάδα σε έναν αμερικανοποιημένο μυστικισμό.) Όλο το ενδιαφέρον του πειράματος βρισκόταν πλέον στην αυστηρότητα με την οποία, αντλώντας τα συμπεράσματα που ένας ηλίθιος σαν τον Μαλρώ δεν ξέρει ή δεν τολμά να αντλήσει από ουσιαστικά παρόμοιες υποθέσεις, ερχόταν να καταστρέψει οριστικά αυτή τη φορμαλιστική προσέγγιση οδηγώντας την στον παροξυσμό της. Η ιλιγγιωδώς επιταχυνόμενη εξέλιξη έπεφτε πλέον στο κενό, σε φανερή διάσταση με όλες τις ανθρώπινες ανάγκες.

Η χρησιμότητα της καταστροφής του φορμαλισμού εκ των έσω είναι βέβαιη: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κλάδοι της διανόησης, όποια κι αν είναι η αλληλεξάρτηση που διατηρούν με την υπόλοιπη εξέλιξη της κοινωνίας, υπόκεινται, όπως κάθε τεχνική, σε σχετικά αυτόνομες ανατροπές, σε ανακαλύψεις που επιβάλλονται από τον δικό τους ντετερμινισμό. Κρίνοντας τα πάντα, όπως μας ζητάνε, σύμφωνα με το περιεχόμενο, επιστρέφουμε στην κριτική των πράξεων σύμφωνα με τις προθέσεις τους. Αν είναι βέβαιο ότι η εξήγηση του κανονιστικού χαρακτήρα και της επίμονης γοητείας διάφορων αισθητικών περιόδων πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στην πλευρά του περιεχομένου – και αλλάζει στο μέτρο που οι σύγχρονες ανάγκες έχουν ως αποτέλεσμα να μας συγκινούν διαφορετικά περιεχόμενα, προκαλώντας μια αναθεώρηση της ταξινόμησης των “μεγάλων εποχών” – δεν είναι λιγότερο προφανές ότι η δύναμη ενός έργου στην εποχή του δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενο. Μπορούμε να συγκρίνουμε αυτή τη διαδικασία με εκείνη της μόδας. Πέραν του μισού αιώνα, για παράδειγμα, όλες οι ενδυμασίες ανήκουν σε εξίσου ξεπερασμένες μόδες των οποίων κάποιες διαστάσεις μπορεί να ξαναβρίσκει η σημερινή ευαισθησία. Αλλά ο καθένας συναισθάνεται τη γελοιότητα του γυναικείου ντυσίματος πριν από δέκα χρόνια.

Έτσι το κίνημα της “επιτήδευσης”, αποσιωπημένο για πολύ καιρό από τα ακαδημαϊκά ψέματα σχετικά με τον 17ο αιώνα, και μολονότι οι μορφές έκφρασης που επινόησε έχουν γίνει εντελώς ξένες σ’ εμάς, πρόκειται να αναγνωριστεί ως το κύριο ρεύμα ιδεών του “Μεγάλου Αιώνα”, γιατί η ανάγκη που αισθανόμαστε αυτή τη στιγμή για μια εποικοδομητική ανατροπή όλων των πλευρών της ζωής ξαναβρίσκει το νόημα της θεμελιώδους συμβολής της Επιτήδευσης στη συμπεριφορά και στη διακόσμηση (η συζήτηση και ο περίπατος ως προνομιακές δραστηριότητες – στην αρχιτεκτονική, η διαφοροποίηση των χώρων κατοικίας, μια αλλαγή των αρχών διακόσμησης και επίπλωσης). Αντίθετα, όταν ο Ροζέ Βαγιάν γράφει το Ομορφόπαιδο [Beau Masque] σε στανταλικό ύφος, παρά το σχεδόν αξιόλογο περιεχόμενο, διατηρεί μονάχα τη δυνατότητα να αρέσει μέσω μιας καλοφτιαγμένης απομίμησης. Αυτό σημαίνει ότι, αναμφίβολα σε αντίθεση με τις προθέσεις του, απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε διανοούμενους με ξεπερασμένο γούστο. Και η πλειονότητα των κριτικών που επιτίθεται βλακωδώς στο περιεχόμενο, διακηρύσσοντάς το εξωφρενικό, χαιρετίζει τον επιδέξιο πεζογράφο.

Ας επιστρέψουμε στο ιστορικό ανέκδοτο.

3

Από αυτή τη θεμελιώδη αντίθεση, που σε τελική ανάλυση είναι η σύγκρουση ενός αρκετά καινούριου τρόπου να διευθύνει κανείς τη ζωή του με μια παλιά συνήθεια να την αλλοτριώνει, πήγαζαν κάθε είδους ανταγωνισμοί, οι οποίοι εξομαλύνονταν προσωρινά για χάρη μιας γενικής δράσης που ήταν διασκεδαστική και που, παρά τις αδεξιότητες και τις ανεπάρκειές της, την θεωρούμε ακόμα και σήμερα θετική.

Ορισμένες αμφισημίες διατηρήθηκαν επίσης από το χιούμορ που ορισμένοι έβαζαν – και κάποιοι άλλοι δεν έβαζαν – σε διαβεβαιώσεις επιλεγμένες για τον εντυπωσιακό τους χαρακτήρα: αν και αδιαφορούσαμε εντελώς για οποιαδήποτε διαιώνιση του ονόματός μας μέσω μιας λογοτεχνικής ή άλλης φήμης, γράφαμε ότι τα έργα μας – πρακτικά ανύπαρκτα – θα έμεναν στην ιστορία με την ίδια βεβαιότητα με την οποία ορισμένοι θεατρίνοι της ομάδας ισχυρίζονταν ότι είναι “αιώνιοι”. Όλοι διαβεβαιώναμε με κάθε ευκαιρία ότι ήμαστε πολύ ωραίοι. Η ευτέλεια των επιχειρημάτων που προβάλλονταν απέναντί μας, στις κινηματογραφικές λέσχες και παντού, δεν μας έδινε τη δυνατότητα να απαντήσουμε με μεγαλύτερη σοβαρότητα. Εξάλλου, συνεχίζουμε να διαθέτουμε αρκετή γοητεία.

Η κρίση του λετρισμού, η οποία προαναγγέλθηκε από τη σχεδόν ανοιχτή αντίθεση των καθυστερημένων σε ορισμένες κινηματογραφικές απόπειρες που καταδίκασαν προκειμένου να τις δυσφημίσουν με μια “αδέξια” βιαιότητα, ξέσπασε το 1952 όταν η “Λετριστική Διεθνής”, που συγκέντρωνε το ακραίο τμήμα του κινήματος γύρω από την εμφάνιση μιας επιθεώρησης με τον ίδιο τίτλο, έριξε ορισμένα προσβλητικά φυλλάδια σε μια συνέντευξη τύπου που δόθηκε από τον Τσάπλιν. Οι εστέτ-λετριστές, που αποτελούσαν εδώ και λίγο καιρό τη μειοψηφία, διαχώρισαν τη θέση τους εκ των υστέρων – προκαλώντας μια ρήξη που οι αφελείς δικαιολογίες τους δεν κατάφεραν να αναβάλουν ή να επανορθώσουν στη συνέχεια – επειδή το μερίδιο της δημιουργίας που συνέβαλε ο Τσάπλιν στον Κινηματογράφο τον έθετε, κατά τη γνώμη τους, στο απυρόβλητο. Η υπόλοιπη “επαναστατική” κοινή γνώμη μάς αποδοκίμασε ακόμα περισσότερο, εκείνη τη στιγμή, επειδή θεώρησε ότι το έργο και η προσωπικότητα του Τσάπλιν διατηρούσαν μια προοδευτική προοπτική. Έκτοτε, πολλοί συνήλθαν από αυτή την ψευδαίσθηση.

Η καταγγελία της γήρανσης των δογμάτων και των ανθρώπων που συνέδεσαν το όνομά τους με αυτά είναι ένα επείγον και εύκολο έργο για όποιον έχει διατηρήσει την επιθυμία να επιλύει τα πιο ελκυστικά ζητήματα που τίθενται στις μέρες μας. Όσο για τις απάτες της χαμένης γενιάς που εμφανίστηκε από τον τελευταίο πόλεμο μέχρι σήμερα, αυτές ήταν καταδικασμένες να ξεφουσκώσουν από μόνες τους. Ωστόσο, επειδή είναι γνωστή η έλλειψη κριτικής σκέψης που βρήκαν μπροστά τους αυτοί οι απατεώνες, θεωρούμε ότι ο λετρισμός συνέβαλε στην ταχύτερη εξαφάνισή τους· και ότι δεν είναι άσχετο με αυτό το γεγονός ότι σήμερα ένας Ιονέσκο, επαναλαμβάνοντας τριάντα χρόνια αργότερα και είκοσι φορές πιο ηλιθιωδώς ορισμένες σκηνικές υπερβολές του Τζαρά, δεν συγκεντρώνει ούτε το ένα τέταρτο της προσοχής που έχει στραφεί εδώ και μερικά χρόνια στο υπερεκτιμημένο κουφάρι του Αντονέν Αρτώ.

4

Οι λέξεις που μας χαρακτηρίζουν, σε αυτή την εποχή του κόσμου, τείνουν να μας περιορίζουν δυσάρεστα. Αναμφίβολα, ο όρος “λετριστές” προσδιορίζει με αρκετά άσχημο τρόπο ορισμένους ανθρώπους που δεν τρέφουν κάποια ιδιαίτερη εκτίμηση γι’ αυτό το είδος των ηχητικών στοιχείων και που, με εξαίρεση την ηχητική επένδυση μερικών ταινιών, δεν τα χρησιμοποιούν. Αλλά ο όρος “γαλλικός” μοιάζει να μας αποδίδει αποκλειστικούς δεσμούς με αυτό το έθνος και τις αποικίες του. Ο αθεϊσμός μπορεί να χαρακτηριστεί “χριστιανικός”, “εβραϊκός” ή “μουσουλμανικός” με εκπληκτική ευκολία. Κι έπειτα είναι πασίγνωστο ότι από μια λιγότερο ή περισσότερο εκλεπτυσμένη “αστική” εκπαίδευση παίρνουμε, αν όχι αυτές τις ιδέες, τουλάχιστον αυτό το λεξιλόγιο.

Έτσι, αρκετοί όροι διατηρήθηκαν παρά την εξέλιξη των ερευνών μας και τον ευτελισμό – που επέσυρε την κάθαρση – πολλών κυμάτων οπαδών: Λετριστική Διεθνής, μεταγραφία και άλλοι νεολογισμοί που παρατηρήσαμε ότι προκαλούσαν αμέσως την οργή κάθε είδους ανθρώπων. Ο πρώτος όρος της συμφωνίας μας παραμένει να κρατήσουμε αυτούς τους ανθρώπους μακριά από εμάς.

Μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι, από την πλευρά μας, διασπείραμε μια αβάσιμη, ανόητη και ανέντιμη σύγχυση στην ελίτ της διανόησης· εκείνη από την οποία κάποιος έρχεται συχνά για να μας ρωτήσει “τι ακριβώς θέλουμε” με ένα ύφος προστατευτικό και γεμάτο ενδιαφέρον που μας κάνει να τον πετάξουμε αμέσως έξω. Αλλά, καθώς είμαστε βέβαιοι ότι κανένας επαγγελματίας της λογοτεχνίας ή του Τύπου δεν θα ασχοληθεί σοβαρά με αυτό που φέρνουμε πριν περάσουν μερικά χρόνια, γνωρίζουμε καλά ότι η σύγχυση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μας εμποδίσει. Και, από ορισμένες άλλες πλευρές, μας ευχαριστεί.

5

Εξάλλου, στον βαθμό που αυτή η “ελίτ της διανόησης” της σημερινής Ευρώπης διαθέτει μια σχετική ευφυΐα και μια στάλα κουλτούρα, η σύγχυση στην οποία αναφερθήκαμε δεν υφίσταται πλέον. Όσοι από αυτούς που ήταν σύντροφοί μας πριν μερικά χρόνια επιδιώκουν ακόμα να προσελκύσουν την προσοχή, ή απλώς να ζήσουν από ασήμαντες φιλολογικές εργασίες, έγιναν υπερβολικά ηλίθιοι για να εξαπατήσουν τον κόσμο τους. Αναμασούν με θλιβερό τρόπο τους ίδιους τρόπους, που θα φθαρούν ακόμα πιο γρήγορα από τους άλλους. Δεν ξέρουν πόσο γρήγορα γερνάει μια μέθοδος ανανέωσης. Έτοιμοι για κάθε έκπτωση προκειμένου να εμφανιστούν στις “νέες νέες γαλλικές επιθεωρήσεις” [“nouvelles nouvelles revues françaises”], παλιάτσοι που παρουσιάζουν εθελοντικά τις ασκήσεις τους γιατί η αναζήτηση δεν αποδίδει πάντα, κλαψουρίζουν γιατί δεν απέκτησαν, μέσα σε αυτό το τυρί που βρωμάει, μια θέση – ας ήταν κι εκείνη ενός Ετιάμπλ –, την εκτίμηση που αποδίδεται ακόμα και στον Καγιουά, τον μισθό του Αρόν.

Υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι η τελευταία φιλοδοξία τους θα είναι η ίδρυση μιας μικρής ιουδαιο-πλαστικής θρησκείας. Θα καταλήξουν, με λίγη τύχη, σε κάποιον Θείο Πατέρα, Μορμόνοι της αισθητικής δημιουργίας.

Ας προσπεράσουμε αυτούς τους ανθρώπους, που μας διασκέδαζαν άλλοτε. Οι διασκεδάσεις που συνδέονται με έναν άνθρωπο είναι το ακριβές μέτρο της μετριότητάς του: τι να το κάνουμε το μπέιζμπολ ή την αυτόματη γραφή; Η ιδέα της επιτυχίας, όταν δεν προσκολλάται κανείς στις πιο απλές επιθυμίες, είναι αδιαχώριστη από καθολικές ανατροπές στην κλίμακα ολόκληρης της Γης. Οι υπόλοιπες επιτρεπόμενες επιτυχίες μοιάζουν πάντα έντονα με τη χειρότερη αποτυχία. Αυτό που θεωρούμε εξαιρετικά πολύτιμο στη δράση μας, μέχρι σήμερα, είναι ότι καταφέραμε να απαλλαγούμε από πολλές συνήθειες και συναναστροφές. Μπορούμε να πούμε ότι σπανίζουν αρκετά οι άνθρωποι που διάγουν τη ζωή τους, το μικρό εκείνο μέρος της ζωής τους όπου τους δίνονται κάποιες επιλογές, σύμφωνα με τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις τους. Είναι καλό να είσαι φανατικός σε ορισμένα θέματα. Μια οριενταλιστική-αποκρυφιστική επιθεώρηση, στις αρχές του έτους, έλεγε για μας ότι είμαστε «…πνεύματα εξαιρετικά ομιχλώδη, θεωρητικοί εξουθενωμένοι από τον ιό του “ξεπεράσματος”, με δράση που μένει, εξάλλου, πάντα μόνο στα λόγια». Αυτοί οι τιποτένιοι ενοχλούνται ακριβώς επειδή η δράση δεν μένει μόνο στα λόγια. Ασφαλώς, δεν θα μας πιάσει κανείς να ανατινάζουμε τις γέφυρες της Νησίδας Λουί για να τονίσουμε τον νησιωτικό χαρακτήρα αυτής της συνοικίας ούτε, στην απέναντι όχθη, να ανακατεύουμε και να διακοσμούμε τις συστάδες από τούβλα στην αποβάθρα Μπερνάρ τη νύχτα. Κάνουμε αυτά που είναι πιο επείγοντα, με τα πενιχρά μέσα που κατέχουμε αυτή τη στιγμή. Έτσι, απαγορεύοντας σε διάφορα είδη γουρουνιών να μας πλησιάσουν, τερματίζοντας με πολύ άσχημο τρόπο τις κονφουζιονιστικές προσπάθειες “κοινής δράσης” μαζί μας, δείχνοντας παντελή έλλειψη επιείκειας, αποδεικνύουμε στα άτομα αυτά την αναγκαία ύπαρξη του εν λόγω ιού. Αλλά αν εμείς είμαστε άρρωστοι, οι επικριτές μας είναι νεκροί.

Αφού εξετάζουμε αυτό το θέμα, είναι καλό να αποσαφηνίσουμε μια τακτική για την οποία ορισμένα πρόσωπα, από αυτά που συναναστρεφόμαστε λιγότερο, έχουν την τάση να μας κατηγορούν: τον αποκλεισμό πολλών από τους συμμετέχοντες στη Λετριστική Διεθνή και τη συστηματική αίγλη που απέκτησε αυτό το είδος της ποινής.

Πραγματικά, καθώς οδηγηθήκαμε να πάρουμε θέση για όλες σχεδόν τις πλευρές της ύπαρξης που μας προτείνεται, θεωρούμε πολύτιμη τη συμφωνία με μερικά άτομα ως προς το σύνολο αυτών των θέσεων, καθώς επίσης και ως προς ορισμένες ερευνητικές κατευθύνσεις. Οποιαδήποτε άλλη μορφή φιλίας, κοσμικών σχέσεων ή ακόμα και δεσμών αβροφροσύνης μάς αφήνει αδιάφορους ή μας προκαλεί απέχθεια. Οι αντικειμενικές παραβιάσεις αυτού του είδους της συμφωνίας δεν μπορούν να τιμωρηθούν παρά μόνο μέσω της ρήξης. Είναι προτιμότερο να αλλάζει κανείς φίλους παρά ιδέες.

Σε τελική ανάλυση, η κρίση παρέχεται από τη ζωή που διάγουν οι μεν και οι δε. Οι συγχρωτισμοί στους οποίους συγκατένευσαν ή συναίνεσαν εκ νέου οι περισσότεροι από τους αποκλεισμένους, οι γενικά επαίσχυντες και ενίοτε ακραίες δεσμεύσεις που ανέλαβαν, παρέχουν το ακριβές μέτρο για τον βαθμό της σοβαρότητας των διαφωνιών μας που επιλύθηκαν άμεσα· και ίσως επίσης για τη σημασία της συμφωνίας μας.

Μακράν του να υπερασπιστούμε τη μετατροπή αυτών των εχθροτήτων σε προσωπικά ζητήματα, δηλώνουμε απεναντίας ότι η ιδέα που έχουμε για τις ανθρώπινες σχέσεις μάς υποχρεώνει να τις μετατρέψουμε σε προσωπικά ζητήματα, τα οποία καθορίζονται από ζητήματα ιδεών αποφασιστικής σημασίας. Αυτοί που παραιτούνται καταδικάζουν οι  ίδιοι τους εαυτούς τους: δεν έχουμε κανέναν τρόπο να τιμωρήσουμε· τίποτα να συγχωρήσουμε.

Οι αγνοούμενοι του λετρισμού αρχίζουν να πληθαίνουν. Αλλά υπάρχουν απείρως περισσότερες υπάρξεις που ζουν και πεθαίνουν χωρίς να συναντήσουν ποτέ μια ευκαιρία να καταλάβουν και να επωφεληθούν. Από αυτή την άποψη, καθένας είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για τα ταλέντα που θα μπορούσε να έχει. Θα έπρεπε άραγε να επιδείξουμε μια συναισθηματική ευαισθησία απέναντι στις αξιοθρήνητες επιμέρους παραιτήσεις;

6

Απ’ όσα προηγήθηκαν πρέπει να έχει γίνει κατανοητό ότι η υπόθεσή μας δεν ήταν μια λογοτεχνική σχολή, μια ανανέωση της έκφρασης, ένας μοντερνισμός. Πρόκειται για έναν τρόπο ζωής που θα περάσει από πολλές εξερευνήσεις και προσωρινές μορφοποιήσεις, που τείνει ο ίδιος να μην ασκείται παρά μόνο μέσα στην προσωρινότητα. Η φύση αυτού του εγχειρήματος απαιτεί από εμάς να εργαζόμαστε ομαδικά, και να εκδηλωνόμαστε σχετικά λίγο: περιμένουμε πολλούς ανθρώπους και γεγονότα που θα έρθουν. Διαθέτουμε επίσης αυτή την άλλη μεγάλη δύναμη, να μην περιμένουμε πια τίποτα από ένα πλήθος γνωστών δραστηριοτήτων, ατόμων και θεσμών.

Πρέπει να μάθουμε πολλά και να πειραματιστούμε, στο μέτρο του δυνατού, με κάποιες μορφές αρχιτεκτονικής όπως και με κάποιους κανόνες συμπεριφοράς. Τίποτα δεν μας πιέζει να επεξεργαστούμε ένα οποιοδήποτε δόγμα: απέχουμε πολύ από την εξήγηση αρκετών πραγμάτων για να υποστηρίξουμε ένα συνεκτικό σύστημα που θα θεμελιωνόταν εξολοκλήρου στις καινοτομίες που πιστεύουμε ότι αξίζουν να μας συναρπάζουν.

Ακούμε συχνά να λέγεται ότι όλα χρειάζονται ένα ξεκίνημα. Έχει ειπωθεί επίσης ότι η ανθρωπότητα δεν θέτει ποτέ στον εαυτό της παρά μόνο τα προβλήματα που μπορεί να λύσει.

Γκυ-Ερνέστ Ντεμπόρ, Ζιλ Ζ. Βολμάν

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment