Μωχάμεντ Νταχού – Σημειώσεις για ένα κάλεσμα προς την Ανατολή (Potlatch No 6, Ιούλιος 1954)

Τα αραβικά κράτη πεθαίνουν. Πού θα μπορούσαν να οδηγήσουν οι εθνικές πολιτικές τους που θεμελιώνονται στη δυστυχία των λαών τους;

Δεν υπήρξε Αιγυπτιακή επανάσταση. Πέθανε από τις πρώτες μέρες· πέθανε μαζί με τους εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας που εκτελέστηκαν για τον “κομμουνισμό”. Στην Αίγυπτο αποκοιμίζουν το πλήθος δείχνοντάς του τη διώρυγα του Σουέζ. Οι Άγγλοι δεν θα πάνε μακριά: μόνο μέχρι την Ιορδανία ή τη Λιβύη.

Η Σαουδική Αραβία στηρίζει την κοινωνική της ζωή στο Κοράνι και πουλάει το πετρέλαιό της στους Αμερικανούς. Ολόκληρη η Μέση Ανατολή βρίσκεται στα χέρια των στρατιωτικών. Οι καπιταλιστικές εξουσίες τρέφουν τους ανταγωνιστικούς εθνικισμούς και παίζουν μαζί τους.

Πρέπει να ξεπεράσουμε κάθε εθνικιστική ιδέα. Η Βόρεια Αφρική πρέπει να απελευθερωθεί όχι μόνο από την ξένη κατοχή αλλά και από τους φεουδάρχες αφέντες της. Πρέπει να αναγνωρίζουμε τη χώρα μας οπουδήποτε επικρατεί η ιδέα της ελευθερίας που μας ταιριάζει και μόνο εκεί.

Τα αδέρφια μας ορίζονται πέρα από ζητήματα συνόρων και φυλής. Ορισμένες αντιθέσεις, όπως η σύγκρουση με το κράτος του Ισραήλ, δεν μπορούν να επιλυθούν παρά μόνο μέσω της επανάστασης και στα δύο στρατόπεδα. Πρέπει να πούμε στις Αραβικές χώρες: Η υπόθεσή μας είναι κοινή. Δεν υπάρχει Δύση απέναντί σας.

Μωχάμεντ Νταχού

Advertisements
Posted in Uncategorized | Leave a comment

Λετριστική Διεθνής: Απάντηση σε μια έρευνα της Βελγικής σουρεαλιστικής ομάδας (Potlatch No5, Ιούλιος 1954)

«Ποιο νόημα αποδίδετε στη λέξη “ποίηση”;»

Η ποίηση έχει εξαντλήσει τα τελευταία επίσημα θέλγητρά της. Πέρα από την αισθητική, η ποίηση βρίσκεται εξολοκλήρου στην εξουσία των ανθρώπων πάνω στις περιπέτειές τους. Η ποίηση διαβάζεται στα πρόσωπα. Είναι επείγον λοιπόν να δημιουργηθούν νέα πρόσωπα. Η ποίηση υπάρχει στη μορφή των πόλεων. Ας κατασκευάσουμε λοιπόν συναρπαστικές πόλεις. Η νέα ομορφιά θα είναι ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΑΚΗ, δηλαδή προσωρινή και βιωμένη.

Οι τελευταίες καλλιτεχνικές παραλλαγές δεν μας ενδιαφέρουν παρά μόνο εξαιτίας της επιδραστικής δυνατότητας που μπορούμε να επενδύσουμε ή να ανακαλύψουμε σε αυτές. Η ποίηση δεν σημαίνει για μας τίποτα άλλο εκτός από την επεξεργασία εντελώς καινούριων συμπεριφορών και των μέσων για να προσδώσουμε σε αυτές πάθος.

ΛΕΤΡΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ

(Δημοσιεύτηκε στο ειδικό τεύχος του περιοδικού Ο Χάρτης της Φύσης. Βρυξέλλες, Ιανουάριος 1954.)

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Potlatch #29 (5 Νοεμβρίου 1957)

Potlatch #29

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς

5 Νοεμβρίου 1957

Στις 28 Ιουλίου, η συνδιάσκεψη του Κόζιο ντ’ Αρόσια ολοκληρώθηκε με την απόφαση να ενοποιηθούν πλήρως οι εκπροσωπούμενες ομάδες (Λετριστική Διεθνής, Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπάουχαους, Ψυχογεωγραφική Επιτροπή) και με τη συγκρότηση – που ψηφίστηκε με πέντε ψήφους έναντι μίας, και δύο αποχών – μιας Καταστασιακής Διεθνούς στη βάση που καθορίστηκε από τις προπαρασκευαστικές δημοσιεύσεις της συνδιάσκεψης. Το Potlatch θα τεθεί τώρα υπό τον έλεγχό της.

Άλλη μια προσπάθεια αν θέλετε να είστε καταστασιακοί

(Η Κ.Δ. εντός και εναντίον της αποσύνθεσης)

στον Μωχάμεντ Νταχού

Το συλλογικό έργο που προτείνουμε είναι η δημιουργία ενός νέου πολιτιστικού θεάτρου επιχειρήσεων, το οποίο τοποθετούμε εξ υποθέσεως στο επίπεδο μιας δυνητικής γενικής κατασκευής ατμοσφαιρών με την προετοιμασία, υπό ορισμένες περιστάσεις, των όρων της διαλεκτικής διακόσμου-συμπεριφοράς. Βασιζόμαστε στην προφανή διαπίστωση της φθοράς των σύγχρονων μορφών της τέχνης και της γραφής· και η ανάλυση αυτής της συνεχούς κίνησης μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ξεπέρασμα του σημασιολογικού συνόλου των πολιτιστικών εκδηλώσεων όπου βλέπουμε μια κατάσταση αποσύνθεσης που έχει φτάσει στο ακραίο ιστορικό της στάδιο (για τον ορισμό αυτού του όρου, βλ. Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων) πρέπει να αναζητηθεί μέσω της ανώτερης οργάνωσης των μέσων δράσης της εποχής μας στην κουλτούρα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προβλέψουμε και να πειραματιστούμε με το επέκεινα της σημερινής εξατομίκευσης των φθαρμένων παραδοσιακών τεχνών, όχι για να επιστρέψουμε σε ένα οποιοδήποτε συνεκτικό σύνολο του παρελθόντος (τον καθεδρικό ναό) αλλά για να ανοίξουμε τον δρόμο προς ένα μελλοντικό συνεκτικό σύνολο, που αντιστοιχεί σε μια νέα κατάσταση του κόσμου της οποίας η πιο σημαντική εκδήλωση θα είναι η πολεοδομία και η καθημερινή ζωή μιας υπό διαμόρφωση κοινωνίας. Βλέπουμε καθαρά ότι η ανάπτυξη αυτού του έργου προϋποθέτει μια επανάσταση που δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί, και ότι οποιαδήποτε έρευνα περιορίζεται από τις αντιφάσεις του παρόντος. Η Καταστασιακή Διεθνής συγκροτήθηκε κατ’ όνομα, αλλά αυτό δεν σημαίνει παρά μόνο το ξεκίνημα μιας απόπειρας κατασκευής πέραν της αποσύνθεσης, η οποία μας περικλείει εξολοκλήρου, όπως και ολόκληρο τον κόσμο. Η συνειδητοποίηση των πραγματικών δυνατοτήτων μας απαιτεί ταυτόχρονα την αναγνώριση του προ-καταστασιακού χαρακτήρα, με την αυστηρή έννοια του όρου, όλων όσα μπορούμε να επιχειρήσουμε, και την οριστική ρήξη με τον τομέα της καλλιτεχνικής εργασίας. Ο κύριος κίνδυνος είναι μια συνισταμένη αυτών των δύο σφαλμάτων: της επιδίωξης αποσπασματικών έργων συνοδευόμενης από απλές διακηρύξεις για ένα υποτιθέμενο νέο στάδιο.

Αυτή τη στιγμή η αποσύνθεση δεν επιδεικνύει πλέον τίποτα εκτός από μια αργή ριζοσπαστικοποίηση μετριοπαθών νεωτεριστών προς τις θέσεις όπου βρίσκονταν, ήδη πριν από οχτώ ή δέκα χρόνια, οι καταδικασμένοι εξτρεμιστές. Αλλά αντί να αντλήσουν το δίδαγμα από αυτές τις αδιέξοδες εμπειρίες, οι νεωτεριστές “των καλών συναναστροφών” υπονομεύουν ακόμα την εφαρμογή τους. Θα πάρω μερικά παραδείγματα από τη Γαλλία, η οποία γνωρίζει σίγουρα τα πιο προχωρημένα φαινόμενα της γενικής πολιτιστικής αποσύνθεσης που, για διάφορους λόγους, εκδηλώνεται στην πιο καθαρή μορφή στη δυτική Ευρώπη.

Διαβάζοντας κανείς τα δύο πρώτα χρονικά του Αλαίν Ρομπ -Γκριγιέ στο France-Observateur (της 10ης και 17ης Οκτωβρίου), εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για έναν άτολμο Ιζού (στους συλλογισμούς του, όπως και στο μυθιστορηματικό του “ξεπέρασμα”): “Το να ανήκει στην Ιστορία των μορφών, λέει, είναι σε τελευταία ανάλυση το καλύτερο κριτήριο (και ίσως το μοναδικό) για να αναγνωριστεί ένα έργο τέχνης”. Με μια κοινοτοπία σκέψης και έκφρασης που καταλήγει να είναι πολύ προσωπική (“ας το επαναλάβουμε, είναι καλύτερο να διατρέξει κανείς έναν κίνδυνο παρά να επιλέξει ένα βέβαιο λάθος”) και με πολύ λιγότερη εφευρετικότητα και θάρρος, αναφέρεται στην ίδια γραμμική αντίληψη της κίνησης της τέχνης, ιδέα μηχανιστική με καθησυχαστική λειτουργία. “Η τέχνη συνεχίζεται, ειδάλλως πεθαίνει. Είμαστε κάποιοι που επιλέξαμε να συνεχίσουμε.” Συνεχίστε όλο ευθεία. Ποιος του θυμίζει κατ’ άμεση αναλογία τον Μπωντλαίρ το 1957; Ο Κλωντ Σιμόν – “όλες οι αξίες του παρελθόντος… μοιάζουν σε κάθε περίπτωση να το αποδεικνύουν.” (Αυτή η φαινομενικότητα της απόδειξης στους ισχυρισμούς περί διαδοχής σε ευθεία γραμμή οφείλεται ακριβώς στην άρνηση κάθε διαλεκτικής, κάθε πραγματικής αλλαγής.) Στην πραγματικότητα, όλα όσα προτάθηκαν και είχαν κάποιο ενδιαφέρον μετά τον τελευταίο πόλεμο τοποθετήθηκαν βέβαια εντός της ακραίας αποσύνθεσης αλλά με τη θέληση, λιγότερο ή περισσότερο, να ψάξουν παραπέρα. Αυτή η θέληση καταπνίγεται από τον πολιτιστικό-οικονομικό εξοστρακισμό αλλά και από την ανεπάρκεια των ιδεών και των προτάσεων – αυτές οι δύο πλευρές είναι αλληλένδετες. Η πιο γνώριμη τέχνη που εμφανίζεται στην εποχή μας κυριαρχείται από εκείνους που γνωρίζουν “πόσο μακριά μπορούν να πάνε” (βλ. την ατελείωτη και προσοδοφόρα αγωνία της μετα-ντανταϊστικής ζωγραφικής, που παρουσιάζεται συνήθως ως ένας αντιστραμμένος ντανταϊσμός), και οι οποίοι αλληλοσυγχαίρονται. Οι φιλοδοξίες τους και οι εχθροί τους είναι στα μέτρα τους. Ο Ρομπ-Γκριγιέ αρνείται με μετριοφροσύνη τον τίτλο του πρωτοπόρου (είναι δίκαιο εξάλλου, όταν κάποιος δεν διαθέτει καν τις προοπτικές μιας αυθεντικής “πρωτοπορίας” της φάσης της αποσύνθεσης, να αρνείται τις δυσχέρειές της – ιδίως τη μη εμπορική πλευρά). Θα αρκεστεί να είναι ένας “μυθιστοριογράφος του σήμερα” αλλά, εκτός της μικρής ομάδας των ομοίων του, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι υπόλοιποι είναι απλώς μια “οπισθοφυλακή”. Και επιτίθεται με θάρρος στον Μισέλ ντε Σεν-Πιερ, γεγονός που επιτρέπει να σκεφτούμε ότι μιλώντας για τον κινηματογράφο θα παραχωρούσε στον εαυτό του την τιμή να καθυβρίσει τον Γκουργκέ και θα επιδοκίμαζε τον κινηματογράφο τού σήμερα κάποιου Αστρύκ. Στην πραγματικότητα, ο Ρομπ-Γκριγιέ είναι σύγχρονος για μια ορισμένη κοινωνική ομάδα, όπως ο Μισέλ ντε Σεν-Πιερ είναι σύγχρονος για ένα κοινό που διαμορφώθηκε σε μια άλλη τάξη. Και οι δύο ανήκουν στο “σήμερα” σε σχέση με το κοινό τους, και τίποτα παραπάνω, στο μέτρο που χρησιμοποιούν, με διαφορετικές ευαισθησίες, όμορα επίπεδα ενός παραδοσιακού πολιτιστικού τρόπου δράσης. Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο να είναι κανείς σύγχρονος: δεν είναι πάρα λιγότερο ή αποσυντεθειμένος. Η καινοτομία εξαρτάται τώρα εξολοκλήρου από ένα άλμα σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Αυτό που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που δεν έχουν προοπτική πέραν της αποσύνθεσης είναι η ατολμία τους. Καθώς δεν βλέπουν τίποτα μετά τις σημερινές δομές, και καθώς τις γνωρίζουν αρκετά καλά ώστε να συνειδητοποιούν ότι είναι καταδικασμένες, θέλουν να τις καταστρέψουν με σιγανή φωτιά, να αφήσουν και για τους επόμενους. Μπορούν να συγκριθούν με τους πολιτικούς ρεφορμιστές, τόσο ανίκανοι αλλά και επιζήμιοι όσο κι εκείνοι: ζουν από την πώληση ψεύτικων φαρμάκων. Αυτός που δεν επεξεργάζεται έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό υποστηρίζει τις διευθετήσεις του δεδομένου – εξασκούμενες με κομψότητα – και δεν διαχωρίζεται παρά μόνο μέσω κάποιων χρονολογικών προτιμήσεων από τους συνεπείς αντιδραστικούς, από εκείνους που (δεξιοί ή αριστεροί πολιτικά) επιθυμούν την επιστροφή σε προηγούμενα (πιο στέρεα) στάδια της κουλτούρας που ολοκληρώνει την αποσύνθεσή της.

Η Φρανσουάζ Σωαί, της οποίας οι αφελείς κριτικές της τέχνης είναι αντιπροσωπευτικές του γούστου των “ελεύθερων-και-αριστερών-διανοουμένων” που αποτελούν την κύρια κοινωνική βάση της άτολμης πολιτιστικής αποσύνθεσης, όταν γράφει (France-Observateur της 17ης Οκτωβρίου): “Ο δρόμος προς τον οποίο προσανατολίζεται ο Φρανκέν… είναι σήμερα μία από τις δυνατότητες επιβίωσης της ζωγραφικής” προδίδει ανησυχίες θεμελιωδώς συγγενικές με εκείνες του Ζντάνοφ (“Κάναμε καλά… που συντρίψαμε τους καταστροφείς της ζωγραφικής;”).

Είμαστε εγκλωβισμένοι σε σχέσεις παραγωγής που αντιφάσκουν με την αναγκαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, το ίδιο και στη σφαίρα της κουλτούρας. Πρέπει να ρηγματώσουμε αυτές τις παραδοσιακές σχέσεις, τα επιχειρήματα και τις μεθόδους που συντηρούν. Πρέπει να κατευθυνθούμε προς ένα επέκεινα της σύγχρονης κουλτούρας, μέσω μιας απαλλαγμένης από αυταπάτες κριτικής των υπάρχοντων πεδίων, και μέσω της ενσωμάτωσής τους σε μια ενιαία χωρο-χρονική κατασκευή (την κατάσταση: δυναμικό σύστημα ενός περιβάλλοντος και μιας παιγνιώδους συμπεριφοράς) που θα πραγματώσει μια εσωτερική συμφωνία της μορφής και του περιεχομένου.

Παρόλα αυτά, οι προοπτικές από μόνες τους δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να προσθέσουν αξία σε πραγματικές παραγωγές που λαμβάνουν φυσικά το νόημά τους σε σχέση με την κυρίαρχη σύγχυση, ακόμα και μέσα στο μυαλό μας. Ανάμεσά μας, χρησιμοποιήσιμες θεωρητικές προτάσεις μπορούν να αντιφάσκουν με πραγματικά έργα περιορισμένα σε παλιούς τομείς (στους οποίους πρέπει κατ’ αρχάς να δράσουμε καθώς είναι οι μόνοι προς το παρόν που κατέχουν μια κοινή πραγματικότητα). Ή ακόμα άλλοι σύντροφοι που έκαναν, σε συγκεκριμένα σημεία, ενδιαφέροντα πειράματα, χάνονται σε ξεπερασμένες θεωρίες:  έτσι ο Β. Όλμο, από τον οποίο δεν λείπει η καλή θέληση για να συνδέσει τις ηχητικές έρευνές του με κατασκευές ατμοσφαιρών, χρησιμοποιεί τόσο προβληματικές διατυπώσεις σε ένα κείμενο που υπέβαλε πρόσφατα στην Κ.Δ. (Για την έννοια του μουσικού πειραματισμού) ώστε κατέστη αναγκαία μια επεξήγηση (Παρατηρήσεις για την έννοια της πειραματικής τέχνης), μια ολόκληρη συζήτηση που, κατά τη γνώμη μου, δεν θυμίζει καν οτιδήποτε σύγχρονο.

Όπως δεν υπάρχει “καταστασισμός” ως δόγμα, δεν πρέπει να επιτρέψουμε να χαρακτηριστούν καταστασιακές δημιουργίες ορισμένοι παλιοί πειραματισμοί – ή όλα εκείνα στα οποία θα μας περιόριζε σήμερα η ιδεολογική και πρακτική αδυναμία μας. Αντίθετα, δεν μπορούμε να δεχτούμε τη μυστικοποίηση ούτε ως προσωρινή αξία. Το αφηρημένο εμπειρικό γεγονός που αποτελεί τη μια ή την άλλη εκδήλωση της σημερινής αποσυντεθειμένης κουλτούρας αποκτά τη συγκεκριμένη σημασία του μόνο μέσω της σύνδεσής του με το συνολικό όραμα ενός τέλους ή μιας αρχής πολιτισμού. Αυτό σημαίνει ότι τελικά η σοβαρότητά μας μπορεί να ενσωματώσει και να ξεπεράσει τη μυστικοποίηση, όπως ακριβώς αυτό που θεωρείται καθαρή μυστικοποίηση φανερώνει μια πραγματική ιστορική κατάσταση της αποσυντεθειμένης σκέψης. Τον περασμένο Ιούνιο κατέληξε στο αυτονόητο σκάνδαλο η παρουσίαση στο Λονδίνο μιας ταινίας που έκανα το 1952, η οποία δεν είναι μια μυστικοποίηση και ακόμα λιγότερο μια καταστασιακή δημιουργία, αλλά βασίζεται σε σύνθετα λετριστικά ερεθίσματα εκείνης της εποχής (τις εργασίες για τον κινηματογράφο των Ιζού, Μαρκ,Ο, Βολμάν), και άρα συμμετέχει πλήρως στη φάση της αποσύνθεσης, ακριβώς στην πιο ακραία μορφή της, χωρίς να έχει καν – εκτός από μερικούς προγραμματικούς υπαινιγμούς – τη θέληση θετικών εξελίξεων που χαρακτήριζε τα έργα στα οποία μόλις αναφέρθηκα. Έκτοτε παρουσιάστηκαν στο ίδιο Λονδρέζικο κοινό (στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης) πίνακες που έγιναν από χιμπαντζήδες και μπορούν να συγκριθούν με την αξιοσέβαστη τασιστική ζωγραφική. Αυτή η συγγένεια μου φαίνεται διδακτική. Οι παθητικοί καταναλωτές της κουλτούρας (είναι ευνόητο ότι βασιζόμαστε σε μια δυνατότητα ενεργούς συμμετοχής σε έναν κόσμο όπου οι “εστέτ” θα έχουν ξεχαστεί) μπορούν να αρέσκονται σε οποιαδήποτε εκδήλωση της αποσύνθεσης (θα είχαν δίκιο με την έννοια ότι αυτές οι εκδηλώσεις είναι ακριβώς εκείνες που εκφράζουν καλύτερα την εποχή τους της κρίσης και της παρακμής, αλλά είναι φανερό ότι ανάμεσά τους προτιμούν εκείνες που συγκαλύπτουν λίγο αυτή την κατάσταση). Πιστεύω ότι θα φτάσουν να αγαπούν την ταινία μου και τη ζωγραφική των πιθήκων σε πέντε ή έξι χρόνια το πολύ, όπως αγαπούν ήδη τον Ρομπ-Γκριγιέ. Η μόνη πραγματική διαφορά ανάμεσα στη ζωγραφική των πιθήκων και το ολοκληρωμένο μέχρι σήμερα κινηματογραφικό έργο μου είναι η δυνητική απειλητική σημασία του για την κουλτούρα που μας περιέχει, δηλαδή ένα στοίχημα σχετικά με ορισμένους σχηματισμούς του μέλλοντος. Και δεν ξέρω σε ποια πλευρά θα πρέπει να τοποθετήσουμε τον Ρομπ-Γκριγιέ εφόσον θεωρούμε ότι σε ορισμένες στιγμές ρήξης κάποιος έχει ή όχι συνείδηση μιας ποιοτικής στροφής· και ότι μέσα στο αρνητικό οι αποχρώσεις δεν έχουν σημασία.

Αλλά το στοίχημά μας επαναλαμβάνεται πάντα, και είμαστε εμείς οι ίδιοι που δημιουργούμε τις διάφορες δυνατότητες απάντησης. Θέλουμε να μετασχηματίσουμε αυτή την εποχή (ενώ όλα όσα αγαπάμε, ξεκινώντας από την ερευνητική στάση μας, αποτελούν επίσης μέρος της) και όχι “να γράψουμε γι’ αυτή”, όπως προτείνει η αυτάρεσκη χυδαιότητα: ο Ρομπ-Γριγιέ και η εποχή του αρκούνται ο ένας στην άλλη. Αντιθέτως οι φιλοδοξίες μας είναι σαφώς μεγαλομανείς, αλλά ίσως όχι μετρήσιμες με τα κυρίαρχα κριτήρια της επιτυχίας. Πιστεύω ότι όλοι οι φίλοι μου θα ήταν ευχαριστημένοι να εργάζονται ανώνυμα, με μισθούς ειδικευμένων εργατών, στο Υπουργείο Διασκεδάσεων μιας κυβέρνησης που θα καταπιαστεί επιτέλους με την αλλαγή της ζωής.

Γ.-Ε. Ντεμπόρ

Οι ψυχογεωγράφοι εργάζονται

Στις 10 Αυγούστου, γύρω στις 18:30, βοήθησα μια νεαρή κοπέλα από την Ινδία που δεν μιλούσε ούτε λέξη γαλλικά. Αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα στην πύλη του μετρό Σεν-Λαζάρ. Της εξήγησα ποια διαδρομή έπρεπε να ακολουθήσει για να φτάσει στην Μπιέβρ, στο σεμινάριο των Ξένων Αποστολών. Όλα αυτά εξηγούνταν με σαφήνεια σε ένα χαρτί που με έβαλε να διαβάσω (στα αγγλικά). Την συνόδευσα στην αποβάθρα και την έβαλα να ανέβει στο πρώτο βαγόνι, λέγοντας βιαστικά στον οδηγό του τρένου να την κατεβάσει στο Μονπαρνάς. Τη Δευτέρα, για να είμαι ήσυχη, θέλοντας να ξέρω αν αυτό το παιδί είχε φτάσει καλά, είχα την έγνοια να μάθω αν κατάφερε να φτάσει εγκαίρως για να πάρει το λεωφορείο, δεδομένου ότι η ώρα ήταν προχωρημένη. Δεν την είχαν δει στο σεμινάριο, και την Τρίτη η Διευθύντρια πάλι δεν είχε δει κανέναν. Στην πρεσβεία της Ινδίας, κανένα νέο. Χάθηκε; Την απήγαγαν; Μυστήριο…

“Μια θλιμμένη αναγνώστρια” γράφει στις “Δυστυχισμένες Καρδιές” (France Soir, 27 Αυγούστου 1957)

Εκδόσεις από τον Ιούνιο του 1957:

Α. Γιορν και Ντεμπόρ

Τέλος της Κοπεγχάγης, απόπειρα μεταστραμμένης γραφής.
Ψυχογεωγραφικός οδηγός του Παρισιού.

Άσγκερ Γιορν

Guldhorn og Lykkehjul [Το Χρυσό Κέρας και ο Τροχός της Τύχης], μεθοδολογία λατρειών, με πρόλογο του Π. Β. Γκλομπ.
Ενάντια στον φονξιοναλισμό.

Υπό έκδοση:

Το ζωγραφικό έργο του Τζ. Πίνοτ-Γκαλίτσο, προλογιζόμενο από ένα Εγκώμιο της Μισέλ Μπερνστάιν.

Ετοιμάζονται:

Ραλφ Ράμνεϊ
Ψυχογεωγραφική Βενετία.

– Αραβική μετάφραση και πρόλογος του Αμπντελχαφίντ Χατίμπ στην Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων.

Ο γύρος της τιμής

Σε συνέχεια του άρθρου με τίτλο “Η τελική ευθεία” (Potlatch τ. 28), ανακοινώνουμε ότι νικητής είναι ο κ. Μπερνάρ Ντορτ (Κορνέιγ, στις εκδόσεις Κιβωτός).

Μια από τα ίδια και συνεχίζουμε ή La Vita Nova

Το μιλανέζικο κίνημα της “Πυρηνικής Τέχνης”, που αναγγέλθηκε το 1952 μέσω ενός μανιφέστου δεκατεσσάρων γραμμών, επανεμφανίζεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Οι μόνιμοι εμψυχωτές του, οι ζωγράφοι Μπαχ και Ντάντζελο, θυσίασαν σαράντα οχτώ γραμμές για την ανατροπή της σύγχρονης τέχνης.

Αφού ανέλυσαν τη διαδικασία καταστροφής της ζωγραφικής μέσω των διαδοχικών αναγωγών που διενεργήθηκαν αποτελεσματικά από τον ιμπρεσιονισμό, τον κυβισμό και την αφηρημένη τέχνη: “συμβατικά θέματα… η αντικειμενική αναπαραγωγή… η απατηλή αναγκαιότητα της αναπαράστασης”· και ψάχνοντας τι να καταβροχθίσουν με τη σειρά τους για να φτιάξουν ένα όνομα στην τέχνη τους, βρήκαν τυχαία, σε ένα λεξικό, το στυλ.

Είναι λοιπόν το στυλ, αντιληπτό ως μεταφυσική οντότητα, εκείνο το οποίο αποκηρύσσουν. Αλλά αντί να εγκαταλείπουν επίσης την παλέτα γι’ αυτόν τον λόγο, μεταμορφώνονται με χάρη και βλέπουν να ανοίγεται μια νέα λαμπρή εικαστική καριέρα που μας προσκαλούν να μιμηθούμε: θα κάνουν το ίδιο πράγμα όπως και πριν, αλλά με το αντιστύλ.

Το κάλεσμα Ενάντια στο στυλ που συντάχθηκε σε τρεις γλώσσες και τυπώθηκε σε διπλή όψη δεν συγκέντρωσε λιγότερους από είκοσι οχτώ υπογράφοντες προερχόμενους από τις πιο ετερόκλητες θέσεις της πολιτιστικής αποσύνθεσης, οι οποίοι δεν έχουν από κοινού παρά μόνο την πεποίθηση ότι είναι πάντα καλό να δημοσιεύουν την υπογραφή τους κάτω από ένα κείμενο – όταν δεν είναι βέβαιοι ότι είναι ανόητο – · και μια ορισμένη αδυναμία να αναγνωρίσουν την ηλιθιότητα, ακόμα και σε αυτή την κοσμική κλίμακα.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Μπαχ αδικείται αφήνοντας τον εαυτό του να παρασυρθεί σε ρητορικές καταχρήσεις που αντλεί από το δεύτερο επάγγελμά του διότι, ως ζωγράφος αυτής της εποχής από την οποία είναι τόσο λίγο ικανός να εξέλθει, αξίζει περισσότερο από κάποιους άλλους.

Σύνταξη: οδός Μοντάν-Ζενεβιέβ 32, Παρίσι 5ο διαμέρισμα.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Potlatch #29: Μια από τα ίδια και συνεχίζουμε ή La Vita Nova (Νοέμβριος 1957)

Το μιλανέζικο κίνημα της “Πυρηνικής Τέχνης”, που αναγγέλθηκε το 1952 μέσω ενός μανιφέστου δεκατεσσάρων γραμμών, επανεμφανίζεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Οι μόνιμοι εμψυχωτές του, οι ζωγράφοι Μπαχ και Ντάντζελο, θυσίασαν σαράντα οχτώ γραμμές για την ανατροπή της σύγχρονης τέχνης.

Αφού ανέλυσαν τη διαδικασία καταστροφής της ζωγραφικής μέσω των διαδοχικών αναγωγών που διενεργήθηκαν αποτελεσματικά από τον ιμπρεσιονισμό, τον κυβισμό και την αφηρημένη τέχνη: “συμβατικά θέματα… η αντικειμενική αναπαραγωγή… η απατηλή αναγκαιότητα της αναπαράστασης”· και ψάχνοντας τι να καταβροχθίσουν με τη σειρά τους για να φτιάξουν ένα όνομα στην τέχνη τους, βρήκαν τυχαία, σε ένα λεξικό, το στυλ.

Είναι λοιπόν το στυλ, αντιληπτό ως μεταφυσική οντότητα, εκείνο το οποίο αποκηρύσσουν. Αλλά αντί να εγκαταλείπουν επίσης την παλέτα γι’ αυτόν τον λόγο, μεταμορφώνονται με χάρη και βλέπουν να ανοίγεται μια νέα λαμπρή εικαστική καριέρα που μας προσκαλούν να μιμηθούμε: θα κάνουν το ίδιο πράγμα όπως και πριν, αλλά με το αντιστύλ.

Το κάλεσμα Ενάντια στο στυλ που συντάχθηκε σε τρεις γλώσσες και τυπώθηκε σε διπλή όψη δεν συγκέντρωσε λιγότερους από είκοσι οχτώ υπογράφοντες προερχόμενους από τις πιο ετερόκλητες θέσεις της πολιτιστικής αποσύνθεσης, οι οποίοι δεν έχουν από κοινού παρά μόνο την πεποίθηση ότι είναι πάντα καλό να δημοσιεύουν την υπογραφή τους κάτω από ένα κείμενο – όταν δεν είναι βέβαιοι ότι είναι ανόητο – · και μια ορισμένη αδυναμία να αναγνωρίσουν την ηλιθιότητα, ακόμα και σε αυτή την κοσμική κλίμακα.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Μπαχ αδικείται αφήνοντας τον εαυτό του να παρασυρθεί σε ρητορικές καταχρήσεις που αντλεί από το δεύτερο επάγγελμά του διότι, ως ζωγράφος αυτής της εποχής από την οποία είναι τόσο λίγο ικανός να εξέλθει, αξίζει περισσότερο από κάποιους άλλους.

Ενρίκο Μπαχ – Φανταστικό πορτρέτο του Άσγκερ Γιορν (1976)

 

 

Posted in Καταστασιακή Διεθνής / Situationist International, Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Potlatch #29: Οι ψυχογεωγράφοι εργάζονται (Νοέμβριος 1957)

Στις 10 Αυγούστου, γύρω στις 18:30, βοήθησα μια νεαρή κοπέλα από την Ινδία που δεν μιλούσε ούτε λέξη γαλλικά. Αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα στην πύλη του μετρό Σεν-Λαζάρ. Της εξήγησα ποια διαδρομή έπρεπε να ακολουθήσει για να φτάσει στην Μπιέβρ, στο σεμινάριο των Ξένων Αποστολών. Όλα αυτά εξηγούνταν με σαφήνεια σε ένα χαρτί που με έβαλε να διαβάσω (στα αγγλικά). Την συνόδευσα στην αποβάθρα και την έβαλα να ανέβει στο πρώτο βαγόνι, λέγοντας βιαστικά στον οδηγό του τρένου να την κατεβάσει στο Μονπαρνάς. Τη Δευτέρα, για να είμαι ήσυχη, θέλοντας να ξέρω αν αυτό το παιδί είχε φτάσει καλά, είχα την έγνοια να μάθω αν κατάφερε να φτάσει εγκαίρως για να πάρει το λεωφορείο, δεδομένου ότι η ώρα ήταν προχωρημένη. Δεν την είχαν δει στο σεμινάριο, και την Τρίτη η Διευθύντρια πάλι δεν είχε δει κανέναν. Στην πρεσβεία της Ινδίας, κανένα νέο. Χάθηκε; Την απήγαγαν; Μυστήριο…

“Μια θλιμμένη αναγνώστρια” γράφει στις “Δυστυχισμένες Καρδιές” (France Soir, 27 Αυγούστου 1957)

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Γ.-Ε. Ντεμπόρ: Άλλη μια προσπάθεια αν θέλετε να είστε καταστασιακοί (Potlatch #29, Νοέμβριος 1957)

(Η Κ.Δ. εντός και εναντίον της αποσύνθεσης)

στον Μωχάμεντ Νταχού

Το συλλογικό έργο που προτείνουμε είναι η δημιουργία ενός νέου πολιτιστικού θεάτρου επιχειρήσεων, το οποίο τοποθετούμε εξ υποθέσεως στο επίπεδο μιας δυνητικής γενικής κατασκευής ατμοσφαιρών με την προετοιμασία, υπό ορισμένες περιστάσεις, των όρων της διαλεκτικής διακόσμου-συμπεριφοράς. Βασιζόμαστε στην προφανή διαπίστωση της φθοράς των σύγχρονων μορφών της τέχνης και της γραφής· και η ανάλυση αυτής της συνεχούς κίνησης μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ξεπέρασμα του σημασιολογικού συνόλου των πολιτιστικών εκδηλώσεων όπου βλέπουμε μια κατάσταση αποσύνθεσης που έχει φτάσει στο ακραίο ιστορικό της στάδιο (για τον ορισμό αυτού του όρου, βλ. Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων) πρέπει να αναζητηθεί μέσω της ανώτερης οργάνωσης των μέσων δράσης της εποχής μας στην κουλτούρα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προβλέψουμε και να πειραματιστούμε με το επέκεινα της σημερινής εξατομίκευσης των φθαρμένων παραδοσιακών τεχνών, όχι για να επιστρέψουμε σε ένα οποιοδήποτε συνεκτικό σύνολο του παρελθόντος (τον καθεδρικό ναό) αλλά για να ανοίξουμε τον δρόμο προς ένα μελλοντικό συνεκτικό σύνολο, που αντιστοιχεί σε μια νέα κατάσταση του κόσμου της οποίας η πιο σημαντική εκδήλωση θα είναι η πολεοδομία και η καθημερινή ζωή μιας υπό διαμόρφωση κοινωνίας. Βλέπουμε καθαρά ότι η ανάπτυξη αυτού του έργου προϋποθέτει μια επανάσταση που δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί, και ότι οποιαδήποτε έρευνα περιορίζεται από τις αντιφάσεις του παρόντος. Η Καταστασιακή Διεθνής συγκροτήθηκε κατ’ όνομα, αλλά αυτό δεν σημαίνει παρά μόνο το ξεκίνημα μιας απόπειρας κατασκευής πέραν της αποσύνθεσης, η οποία μας περικλείει εξολοκλήρου, όπως και ολόκληρο τον κόσμο. Η συνειδητοποίηση των πραγματικών δυνατοτήτων μας απαιτεί ταυτόχρονα την αναγνώριση του προ-καταστασιακού χαρακτήρα, με την αυστηρή έννοια του όρου, όλων όσα μπορούμε να επιχειρήσουμε, και την οριστική ρήξη με τον τομέα της καλλιτεχνικής εργασίας. Ο κύριος κίνδυνος είναι μια συνισταμένη αυτών των δύο σφαλμάτων: της επιδίωξης αποσπασματικών έργων συνοδευόμενης από απλές διακηρύξεις για ένα υποτιθέμενο νέο στάδιο.

Αυτή τη στιγμή η αποσύνθεση δεν επιδεικνύει πλέον τίποτα εκτός από μια αργή ριζοσπαστικοποίηση μετριοπαθών νεωτεριστών προς τις θέσεις όπου βρίσκονταν, ήδη πριν από οχτώ ή δέκα χρόνια, οι καταδικασμένοι εξτρεμιστές. Αλλά αντί να αντλήσουν το δίδαγμα από αυτές τις αδιέξοδες εμπειρίες, οι νεωτεριστές “των καλών συναναστροφών” υπονομεύουν ακόμα την εφαρμογή τους. Θα πάρω μερικά παραδείγματα από τη Γαλλία, η οποία γνωρίζει σίγουρα τα πιο προχωρημένα φαινόμενα της γενικής πολιτιστικής αποσύνθεσης που, για διάφορους λόγους, εκδηλώνεται στην πιο καθαρή μορφή στη δυτική Ευρώπη.

Διαβάζοντας κανείς τα δύο πρώτα χρονικά του Αλαίν Ρομπ -Γκριγιέ στο France-Observateur (της 10ης και 17ης Οκτωβρίου), εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για έναν άτολμο Ιζού (στους συλλογισμούς του, όπως και στο μυθιστορηματικό του “ξεπέρασμα”): “Το να ανήκει στην Ιστορία των μορφών, λέει, είναι σε τελευταία ανάλυση το καλύτερο κριτήριο (και ίσως το μοναδικό) για να αναγνωριστεί ένα έργο τέχνης”. Με μια κοινοτοπία σκέψης και έκφρασης που καταλήγει να είναι πολύ προσωπική (“ας το επαναλάβουμε, είναι καλύτερο να διατρέξει κανείς έναν κίνδυνο παρά να επιλέξει ένα βέβαιο λάθος”) και με πολύ λιγότερη εφευρετικότητα και θάρρος, αναφέρεται στην ίδια γραμμική αντίληψη της κίνησης της τέχνης, ιδέα μηχανιστική με καθησυχαστική λειτουργία. “Η τέχνη συνεχίζεται, ειδάλλως πεθαίνει. Είμαστε κάποιοι που επιλέξαμε να συνεχίσουμε.” Συνεχίστε όλο ευθεία. Ποιος του θυμίζει κατ’ άμεση αναλογία τον Μπωντλαίρ το 1957; Ο Κλωντ Σιμόν – “όλες οι αξίες του παρελθόντος… μοιάζουν σε κάθε περίπτωση να το αποδεικνύουν.” (Αυτή η φαινομενικότητα της απόδειξης στους ισχυρισμούς περί διαδοχής σε ευθεία γραμμή οφείλεται ακριβώς στην άρνηση κάθε διαλεκτικής, κάθε πραγματικής αλλαγής.) Στην πραγματικότητα, όλα όσα προτάθηκαν και είχαν κάποιο ενδιαφέρον μετά τον τελευταίο πόλεμο τοποθετήθηκαν βέβαια εντός της ακραίας αποσύνθεσης αλλά με τη θέληση, λιγότερο ή περισσότερο, να ψάξουν παραπέρα. Αυτή η θέληση καταπνίγεται από τον πολιτιστικό-οικονομικό εξοστρακισμό αλλά και από την ανεπάρκεια των ιδεών και των προτάσεων – αυτές οι δύο πλευρές είναι αλληλένδετες. Η πιο γνώριμη τέχνη που εμφανίζεται στην εποχή μας κυριαρχείται από εκείνους που γνωρίζουν “πόσο μακριά μπορούν να πάνε” (βλ. την ατελείωτη και προσοδοφόρα αγωνία της μετα-ντανταϊστικής ζωγραφικής, που παρουσιάζεται συνήθως ως ένας αντιστραμμένος ντανταϊσμός), και οι οποίοι αλληλοσυγχαίρονται. Οι φιλοδοξίες τους και οι εχθροί τους είναι στα μέτρα τους. Ο Ρομπ-Γκριγιέ αρνείται με μετριοφροσύνη τον τίτλο του πρωτοπόρου (είναι δίκαιο εξάλλου, όταν κάποιος δεν διαθέτει καν τις προοπτικές μιας αυθεντικής “πρωτοπορίας” της φάσης της αποσύνθεσης, να αρνείται τις δυσχέρειές της – ιδίως τη μη εμπορική πλευρά). Θα αρκεστεί να είναι ένας “μυθιστοριογράφος του σήμερα” αλλά, εκτός της μικρής ομάδας των ομοίων του, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι υπόλοιποι είναι απλώς μια “οπισθοφυλακή”. Και επιτίθεται με θάρρος στον Μισέλ ντε Σεν-Πιερ, γεγονός που επιτρέπει να σκεφτούμε ότι μιλώντας για τον κινηματογράφο θα παραχωρούσε στον εαυτό του την τιμή να καθυβρίσει τον Γκουργκέ και θα επιδοκίμαζε τον κινηματογράφο τού σήμερα κάποιου Αστρύκ. Στην πραγματικότητα, ο Ρομπ-Γκριγιέ είναι σύγχρονος για μια ορισμένη κοινωνική ομάδα, όπως ο Μισέλ ντε Σεν-Πιερ είναι σύγχρονος για ένα κοινό που διαμορφώθηκε σε μια άλλη τάξη. Και οι δύο ανήκουν στο “σήμερα” σε σχέση με το κοινό τους, και τίποτα παραπάνω, στο μέτρο που χρησιμοποιούν, με διαφορετικές ευαισθησίες, όμορα επίπεδα ενός παραδοσιακού πολιτιστικού τρόπου δράσης. Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο να είναι κανείς σύγχρονος: δεν είναι πάρα λιγότερο ή αποσυντεθειμένος. Η καινοτομία εξαρτάται τώρα εξολοκλήρου από ένα άλμα σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Αυτό που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που δεν έχουν προοπτική πέραν της αποσύνθεσης είναι η ατολμία τους. Καθώς δεν βλέπουν τίποτα μετά τις σημερινές δομές, και καθώς τις γνωρίζουν αρκετά καλά ώστε να συνειδητοποιούν ότι είναι καταδικασμένες, θέλουν να τις καταστρέψουν με σιγανή φωτιά, να αφήσουν και για τους επόμενους. Μπορούν να συγκριθούν με τους πολιτικούς ρεφορμιστές, τόσο ανίκανοι αλλά και επιζήμιοι όσο κι εκείνοι: ζουν από την πώληση ψεύτικων φαρμάκων. Αυτός που δεν επεξεργάζεται έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό υποστηρίζει τις διευθετήσεις του δεδομένου – εξασκούμενες με κομψότητα – και δεν διαχωρίζεται παρά μόνο μέσω κάποιων χρονολογικών προτιμήσεων από τους συνεπείς αντιδραστικούς, από εκείνους που (δεξιοί ή αριστεροί πολιτικά) επιθυμούν την επιστροφή σε προηγούμενα (πιο στέρεα) στάδια της κουλτούρας που ολοκληρώνει την αποσύνθεσή της.

Η Φρανσουάζ Σωαί, της οποίας οι αφελείς κριτικές της τέχνης είναι αντιπροσωπευτικές του γούστου των “ελεύθερων-και-αριστερών-διανοουμένων” που αποτελούν την κύρια κοινωνική βάση της άτολμης πολιτιστικής αποσύνθεσης, όταν γράφει (France-Observateur της 17ης Οκτωβρίου): “Ο δρόμος προς τον οποίο προσανατολίζεται ο Φρανκέν… είναι σήμερα μία από τις δυνατότητες επιβίωσης της ζωγραφικής” προδίδει ανησυχίες θεμελιωδώς συγγενικές με εκείνες του Ζντάνοφ (“Κάναμε καλά… που συντρίψαμε τους καταστροφείς της ζωγραφικής;”).

Είμαστε εγκλωβισμένοι σε σχέσεις παραγωγής που αντιφάσκουν με την αναγκαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, το ίδιο και στη σφαίρα της κουλτούρας. Πρέπει να ρηγματώσουμε αυτές τις παραδοσιακές σχέσεις, τα επιχειρήματα και τις μεθόδους που συντηρούν. Πρέπει να κατευθυνθούμε προς ένα επέκεινα της σύγχρονης κουλτούρας, μέσω μιας απαλλαγμένης από αυταπάτες κριτικής των υπάρχοντων πεδίων, και μέσω της ενσωμάτωσής τους σε μια ενιαία χωρο-χρονική κατασκευή (την κατάσταση: δυναμικό σύστημα ενός περιβάλλοντος και μιας παιγνιώδους συμπεριφοράς) που θα πραγματώσει μια εσωτερική συμφωνία της μορφής και του περιεχομένου.

Παρόλα αυτά, οι προοπτικές από μόνες τους δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να προσθέσουν αξία σε πραγματικές παραγωγές που λαμβάνουν φυσικά το νόημά τους σε σχέση με την κυρίαρχη σύγχυση, ακόμα και μέσα στο μυαλό μας. Ανάμεσά μας, χρησιμοποιήσιμες θεωρητικές προτάσεις μπορούν να αντιφάσκουν με πραγματικά έργα περιορισμένα σε παλιούς τομείς (στους οποίους πρέπει κατ’ αρχάς να δράσουμε καθώς είναι οι μόνοι προς το παρόν που κατέχουν μια κοινή πραγματικότητα). Ή ακόμα άλλοι σύντροφοι που έκαναν, σε συγκεκριμένα σημεία, ενδιαφέροντα πειράματα, χάνονται σε ξεπερασμένες θεωρίες:  έτσι ο Β. Όλμο, από τον οποίο δεν λείπει η καλή θέληση για να συνδέσει τις ηχητικές έρευνές του με κατασκευές ατμοσφαιρών, χρησιμοποιεί τόσο προβληματικές διατυπώσεις σε ένα κείμενο που υπέβαλε πρόσφατα στην Κ.Δ. (Για την έννοια του μουσικού πειραματισμού) ώστε κατέστη αναγκαία μια επεξήγηση (Παρατηρήσεις για την έννοια της πειραματικής τέχνης), μια ολόκληρη συζήτηση που, κατά τη γνώμη μου, δεν θυμίζει καν οτιδήποτε σύγχρονο.

Όπως δεν υπάρχει “καταστασισμός” ως δόγμα, δεν πρέπει να επιτρέψουμε να χαρακτηριστούν καταστασιακές δημιουργίες ορισμένοι παλιοί πειραματισμοί – ή όλα εκείνα στα οποία θα μας περιόριζε σήμερα η ιδεολογική και πρακτική αδυναμία μας. Αντίθετα, δεν μπορούμε να δεχτούμε τη μυστικοποίηση ούτε ως προσωρινή αξία. Το αφηρημένο εμπειρικό γεγονός που αποτελεί τη μια ή την άλλη εκδήλωση της σημερινής αποσυντεθειμένης κουλτούρας αποκτά τη συγκεκριμένη σημασία του μόνο μέσω της σύνδεσής του με το συνολικό όραμα ενός τέλους ή μιας αρχής πολιτισμού. Αυτό σημαίνει ότι τελικά η σοβαρότητά μας μπορεί να ενσωματώσει και να ξεπεράσει τη μυστικοποίηση, όπως ακριβώς αυτό που θεωρείται καθαρή μυστικοποίηση φανερώνει μια πραγματική ιστορική κατάσταση της αποσυντεθειμένης σκέψης. Τον περασμένο Ιούνιο κατέληξε στο αυτονόητο σκάνδαλο η παρουσίαση στο Λονδίνο μιας ταινίας που έκανα το 1952, η οποία δεν είναι μια μυστικοποίηση και ακόμα λιγότερο μια καταστασιακή δημιουργία, αλλά βασίζεται σε σύνθετα λετριστικά ερεθίσματα εκείνης της εποχής (τις εργασίες για τον κινηματογράφο των Ιζού, Μαρκ,Ο, Βολμάν), και άρα συμμετέχει πλήρως στη φάση της αποσύνθεσης, ακριβώς στην πιο ακραία μορφή της, χωρίς να έχει καν – εκτός από μερικούς προγραμματικούς υπαινιγμούς – τη θέληση θετικών εξελίξεων που χαρακτήριζε τα έργα στα οποία μόλις αναφέρθηκα. Έκτοτε παρουσιάστηκαν στο ίδιο Λονδρέζικο κοινό (στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης) πίνακες που έγιναν από χιμπαντζήδες και μπορούν να συγκριθούν με την αξιοσέβαστη τασιστική ζωγραφική. Αυτή η συγγένεια μου φαίνεται διδακτική. Οι παθητικοί καταναλωτές της κουλτούρας (είναι ευνόητο ότι βασιζόμαστε σε μια δυνατότητα ενεργούς συμμετοχής σε έναν κόσμο όπου οι “εστέτ” θα έχουν ξεχαστεί) μπορούν να αρέσκονται σε οποιαδήποτε εκδήλωση της αποσύνθεσης (θα είχαν δίκιο με την έννοια ότι αυτές οι εκδηλώσεις είναι ακριβώς εκείνες που εκφράζουν καλύτερα την εποχή τους της κρίσης και της παρακμής, αλλά είναι φανερό ότι ανάμεσά τους προτιμούν εκείνες που συγκαλύπτουν λίγο αυτή την κατάσταση). Πιστεύω ότι θα φτάσουν να αγαπούν την ταινία μου και τη ζωγραφική των πιθήκων σε πέντε ή έξι χρόνια το πολύ, όπως αγαπούν ήδη τον Ρομπ-Γκριγιέ. Η μόνη πραγματική διαφορά ανάμεσα στη ζωγραφική των πιθήκων και το ολοκληρωμένο μέχρι σήμερα κινηματογραφικό έργο μου είναι η δυνητική απειλητική σημασία του για την κουλτούρα που μας περιέχει, δηλαδή ένα στοίχημα σχετικά με ορισμένους σχηματισμούς του μέλλοντος. Και δεν ξέρω σε ποια πλευρά θα πρέπει να τοποθετήσουμε τον Ρομπ-Γκριγιέ εφόσον θεωρούμε ότι σε ορισμένες στιγμές ρήξης κάποιος έχει ή όχι συνείδηση μιας ποιοτικής στροφής· και ότι μέσα στο αρνητικό οι αποχρώσεις δεν έχουν σημασία.

Αλλά το στοίχημά μας επαναλαμβάνεται πάντα, και είμαστε εμείς οι ίδιοι που δημιουργούμε τις διάφορες δυνατότητες απάντησης. Θέλουμε να μετασχηματίσουμε αυτή την εποχή (ενώ όλα όσα αγαπάμε, ξεκινώντας από την ερευνητική στάση μας, αποτελούν επίσης μέρος της) και όχι “να γράψουμε γι’ αυτή”, όπως προτείνει η αυτάρεσκη χυδαιότητα: ο Ρομπ-Γριγιέ και η εποχή του αρκούνται ο ένας στην άλλη. Αντιθέτως οι φιλοδοξίες μας είναι σαφώς μεγαλομανείς, αλλά ίσως όχι μετρήσιμες με τα κυρίαρχα κριτήρια της επιτυχίας. Πιστεύω ότι όλοι οι φίλοι μου θα ήταν ευχαριστημένοι να εργάζονται ανώνυμα, με μισθούς ειδικευμένων εργατών, στο Υπουργείο Διασκεδάσεων μιας κυβέρνησης που θα καταπιαστεί επιτέλους με την αλλαγή της ζωής.

Γ.-Ε. Ντεμπόρ

Posted in Καταστασιακή Διεθνής / Situationist International, Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment

Potlach #28 (22 Μαΐου 1957)

Potlatch #28

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς

22 Μαΐου 1957

Οι τρέχουσες συζητήσεις

Ο ντανταϊσμός φαίνεται ότι αποτελεί την πιο πολυσυζητημένη καινοτομία αυτής της άνοιξης του 1957. Οι δημιουργοί του, ορμώμενοι πάντα από το ευγενές πάθος της νεολαίας, αντιμετωπίζουν τον εχθρό σε όλα τα πεδία. Ο Χύλζενμπεκ, που απέσπασε από έναν αντι-νταντά τη θέση του καθηγητή ψυχολογίας ενός αμερικανικού πανεπιστημίου, φτάνει τον Φεβρουάριο στο Λονδίνο και προσφέρει αμέσως μια αριστοτεχνική καθαρά ψυχολογική ερμηνεία του Νταντά, σε ένα συνέδριο που διέκοψε βίαια ο φίλος μας Ραλφ Ράμνεϊ, επικεφαλής της Ψυχογεωγραφικής Επιτροπής του Λονδίνου. Τον Μάρτιο, στο Παρίσι, ο Ζωρζ Υνιέ δημοσιεύει το έργο που αναμενόταν σχετικά με το Νταντά, την προέλευσή του, την ιστορία του – ήδη –, το άμεσο μέλλον του και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές του. Ο Τζαρά δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει και να τελειοποιεί την καθαρά λενινιστική ερμηνεία του για το Νταντά. Δημοσιεύεται πλήθος κειμένων του Κραβάν, που παρουσιάζεται από τον κ. Μπερνάρ Ντελβάιγ ως συνάδελφός του, ως αδερφός του – και ως ένας μεγάλος ποιητής που είχε κυρίως την ικανότητα να προαισθανθεί μια τυπική αισθαντικότητα των διακοπών στην Κυανή Ακτή.

Τέλος, συγκεντρώνονται στην Γκαλερί του Ινστιτούτου διάφορες πρόσφατες δημιουργίες του Κινήματος Νταντά. Οι δημιουργοί περιμένουν με αγωνία το αναπόφευκτο σκάνδαλο, το οποίο δεν απουσιάζει: οι νεαροί υπάλληλοι ενός μικρού εκδοτικού οίκου που ειδικεύεται στις κατ’ οίκον πωλήσεις, αφού κάλεσαν τον τύπο και τους φωτογράφους, δεν μασάνε τα λόγια τους: «Ζήτω η ποίηση! Ζήτω η ζωγραφική! Ζήτω η αληθινή τέχνη!», λένε.

Οι αστοί διανοούμενοι μάχονται φυσικά με όλες τις δυνάμεις τους στο αντι-νταντά μέτωπο, φτάνοντας μέχρι το σημείο να παραμελούν την καθημερινή δικαιολόγηση της καταστολής της Αλγερίας.

Αποσπάσματα μιας απάντησης στον “ανοιχτό κύκλο” συζητήσεων για “τις μαρξιστικές ερμηνείες της ιστορίας”

…Ο γνωστός ισχυρισμός (που είναι ίδιος με αυτόν του Ρ. Αρόν) σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει “μια μη-επαλήθευση της μαρξιστικής πρόβλεψης αναφορικά με τη Δύση” αντικρούεται εύκολα αν διακρίνουμε στις θεωρίες του Μαρξ τις διακηρύξεις (και όχι προβλέψεις) που ενισχύουν την ταξική συνείδηση του προλεταριάτου από τις αναλύσεις (επίσης πολεμικές) της κυκλικής διαδικασίας των καπιταλιστικών κρίσεων. Οι πρώτες δεν είναι προβλέψεις παρά μόνο μέσω μιας “μυθολογίας”· οι δεύτερες είναι προβλέψεις ως τέτοιες: δηλαδή ο οικονομολόγος Μαρξ προέβλεψε τον τελικό ντετερμινισμό στον οποίο οδηγούταν το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά ο Μαρξ ως φιλόσοφος και επαναστάτης (αυτά τα δύο ταυτίζονται) δεν προέβλεψε ποτέ σε ποια στιγμή η υποκειμενικότητα των ανθρώπων, η πράξη τους, θα συνενωνόταν με τα αντικειμενικά δεδομένα. Από εδώ προκύπτει μια φαινομενική αντίφαση στις θεωρίες του· αλλά αν δεχτούμε ότι οι άνθρωποι είναι πάντα ελεύθεροι να κάνουν ή να μην κάνουν την επανάσταση, πώς να μη δεχτούμε αμέσως ότι ο ντετερμινισμός των μαρξιστικών οικονομικών προβλέψεων παραμένει έγκυρος ενόσω αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι αρνούνται να κάνουν την επανάσταση; Οι προβλέψεις του Μαρξ θεμελιώνονται ακριβώς στο γεγονός ότι οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία, αλλά “δεν την δημιουργούν ελεύθερα”. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του Ζ.-Φ. Ρολάν είναι ο ισχυρισμός ενός ιστορικού και όχι ενός μαρξιστή. Θα ήταν έγκυρος αν οι άνθρωποι που έχουν επενδυθεί με τη δύναμη της αρνητικότητας στην ιστορία (οι προλετάριοι) ήταν εξολοκλήρου προκαθορισμένοι, μεταξύ άλλων σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μαρξ, να κάνουν αυτή την επανάσταση στις πιο προηγμένες χώρες του καπιταλιστικού συστήματος. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη, αλλά αυτό δεν αποτελεί ουδόλως ένα σφάλμα του Μαρξ αλλά μόνο το σφάλμα του προλεταριάτου αυτών των χωρών…

Οι παρεμβάσεις του Ρολάν και του Μ. Λαντώ εφιστούν την προσοχή σε αυτό που αποκαλείται σήμερα τεχνικό προλεταριάτο και στη μεγέθυνση του “τριτογενούς τομέα”. Στο συμπέρασμα του Ρολάν: “Το σχήμα του Μαρξ, που προέβλεπε μια αυξανόμενη προλεταριοποίηση των μεσαίων τάξεων, έφτανε στο τέρμα όπου δεν υπήρχε πια παρά μόνο ένας μικρός αριθμός εκμεταλλευτών και ένας μεγάλος αριθμός προλετάριων. Είναι φανερό ότι αυτή η προοπτική διαψεύδεται”, μπορεί κανείς να απαντήσει ότι η επερχόμενη προοπτική, η πολιτική προοπτική την οποία κανένας δεν φαίνεται να έχει σκεφτεί σε αυτή τη συζήτηση, είναι η εξαφάνιση του ίδιου του εργατικού κινήματος στον βαθμό που η εργατική τάξη γίνεται επαναστατική και τεχνική. Η μεγέθυνση του “τριτογενούς τομέα” αποκαλύπτει στην πραγματικότητα μια βαθύτερη μετάλλαξη: την εξαφάνιση του προλεταριάτου. Εξαρτάται από τους ανθρώπους αν αυτή η εξαφάνιση θα είναι επαναστατική ή όχι, και επομένως δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το μαρξιστικό σχήμα έχει διαψευστεί εφόσον αυτή η επανάσταση δεν έχει γίνει ή τουλάχιστον δεν έχει επιχειρηθεί. Αυτό είναι εξίσου αληθές πολιτικά όσο και το γεγονός ότι ολόκληρη η αποτυχία του ρεφορμισμού εμπεριέχεται στην απουσία ενός πραγματικού σοσιαλιστικού προγράμματος, το οποίο θα αντικαθιστούσε την αφθονία των μεταρρυθμίσεων που εξασφαλίστηκαν εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το μάθημα του αγγλικού εργατισμού αποδεικνύει ότι ο ρεφορμισμός εξωθείται, αργά ή γρήγορα, στην επανάσταση, χωρίς την οποία το σοσιαλιστικό κόμμα γίνεται το κόμμα όλων και του καθενός. Όσο για την “καταπίεση” που αναφέρει ο Μ. Λαντώ στην “οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας”, αυτή είναι εγγενής όχι στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής αλλά στην έλλειψη προοπτικών στις ανθρώπινες σχέσεις, σχέσεις οι οποίες πηγάζουν οι ίδιες από μια τεχνική κοινωνία που καλείται να εξαφανιστεί από την ίδια την τεχνική.

Συμπερασματικά, αν θέλουμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό από μια “μαρξιστική ανθολογία” είναι απαραίτητο να θέσουμε το ερώτημα όλου του μαρξισμού με τις πολιτικές προοπτικές που αυτό απαιτεί το 1957.

  1. Ότι υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στον σοσιαλισμό και την ειρήνη επειδή μόνο ο σοσιαλισμός είναι ικανός να εγγυηθεί την ειρήνη και όχι το αντίστροφο· αυτό συνεπάγεται μια επανεμφάνιση της ταξικής πάλης στη Δύση και στις υπανάπτυκτες χώρες, σε συνδυασμό με το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα που εκτείνεται από τη Βαρσοβία μέχρι το Πεκίνο.
  2. Ότι η επικείμενη πολιτική προοπτική που ενδέχεται να ενώσει το προλεταριάτο δεν αντιστοιχεί στην ανανέωση των Λαϊκών Μετώπων αλλά μπορεί να στηριχτεί μόνο στην κριτική των κομματικών δομών, στην αναγγελία της εξαφάνισης του προλεταριάτου, του εργατικού κινήματος, με την έλευση των επαναστατικών μαζών που γίνονται αυτόνομες μέσω της εμπειρίας του προηγμένου, τεχνικού προλεταριάτου των πιο βιομηχανοποιημένων χωρών.
  3. Ότι η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν είναι πια η αντίστροφη διαδικασία της διάλυσης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ότι αυτή η οικοδόμηση θα βασίζεται ολοένα περισσότερο στην εμφάνιση νέων ανθρώπινων σχέσεων που θα θεμελιώνονται στην πολιτική και οικονομική προοπτική, με στόχο την εξαφάνιση του τεχνικού περιβάλλοντος από την ίδια την τεχνική (χωρίς αυτό να επαναφέρει τον άνθρωπο στην κατάσταση της “φύσης” – αλλά επειδή αυτή η εξέλιξη είναι η μόνη που θα τον έκανε να διασχίσει αυτό που χωρίζει τον τομέα της αναγκαιότητας από εκείνον της ελευθερίας…).

Αντρέ Φρανκέν

Η τελική ευθεία

Ένα “βραβείο ανακάλυψης” μόλις προστέθηκε σε όλα τα υπόλοιπα. Καθώς θα απονέμεται τον Μάιο, θα είναι μια αντανάκλαση του Γκονκούρ προς χρήση εκείνης της αντανάκλασης της αστικής λογοτεχνίας που γνώριζε ήδη τη δόξα στο Lettres Nouvelles. Κάθε χρόνο κάποιος θα ανακαλύπτεται λοιπόν και θα στεφανώνεται ως πρώτος μεταξύ ίσων. Δεν ανακοινώνεται πουθενά αν αυτές οι ανακαλύψεις θα γίνονται στο όνομα της αισθητικής που ανακαλύφθηκε μεταξύ του 1910 και του 1930 ή κάποιου μυστικού όπλου του Μωρίρ [Maurire] Ναντώ. Αλλά κοινοποιούνται τα ονόματα των μελών της κριτικής επιτροπής. Η σύνταξη του Potlatch προσφέρει από τώρα ένα βραβείο στον πρώτο που θα ανακαλυφθεί μεταξύ των κ. Ζαν Καιρόλ, Μπερνάρ Ντορτ, Λουί-Ρενέ ντε Φορέ, Μπερνάρ Πενγκώ, Ζαν Πουγιόν, Ζαν-Πιερ Ρισάρ. Ας κερδίσει ο καλύτερος.

Ένα βήμα πίσω

Το ακραίο σημείο στο οποίο έφτασε η αποσύνθεση όλων των μορφών της κουλτούρας· η δημόσια κατάρρευση του συστήματος της επανάληψης που κυριαρχούσε την περίοδο μετά τον πόλεμο· η συσπείρωση διάφορων καλλιτεχνών και διανοουμένων στη βάση καινούριων προοπτικών δημιουργίας, που είναι ακόμα άνισα αντιληπτές, θέτουν τώρα το ζήτημα της συγκρότησης, από τις ενοποιημένες πρωτοποριακές τάσεις, μιας γενικής επαναστατικής εναλλακτικής απέναντι στην επίσημη πολιτισμική παραγωγή που οριοθετείται τόσο από τον Αντρέ Στιλ όσο και από τις Σαγκάν-Ντρουέ.

Η επέκταση των δυνάμεών μας, η δυνατότητα και η αναγκαιότητα μιας πραγματικά διεθνούς δράσης πρέπει να μας οδηγήσουν σε μια βαθιά αλλαγή της τακτικής μας. Πρέπει να οικειοποιηθούμε τη σύγχρονη κουλτούρα προκειμένου να την χρησιμοποιήσουμε για τους δικούς μας σκοπούς, και όχι πια να διεξάγουμε μια εξωτερική αντιπολίτευση που στηρίζεται μόνο στη μελλοντική εξέλιξη των προβλημάτων μας. Χρειάζεται να δράσουμε άμεσα, για μια κοινή κριτική και μια θεωρητική διατύπωση θέσεων που αλληλοσυμπληρώνονται, για μια κοινή πειραματική εφαρμογή αυτών των θέσεων. Η τάση του Potlatch πρέπει να αποδεχθεί, αν χρειαστεί, μια μειοψηφική θέση στη νέα διεθνή οργάνωση, για να καταστεί δυνατή η ενοποίηση. Αλλά όλα τα απτά επιτεύγματα αυτού του κινήματος θα το οδηγήσουν ασφαλώς να συνταχθεί με το πιο προχωρημένο πρόγραμμα.

Δεν μπορούμε να μιλάμε ακριβώς για κρίση του λετρισμού, αφού πάντα επιθυμούσαμε, και πετύχαμε, μια ατμόσφαιρα μόνιμης κρίσης· και επίσης επειδή, αν η ίδια η έννοια του λετρισμού δεν στερείται περιεχομένου, οι αξίες που μας ενδιαφέρουν διαμορφώθηκαν εντός του λετριστικού κινήματος αλλά εναντίον του. Μπορούμε να παρατηρήσουμε όμως ότι ένας αυτάρεσκος μηδενισμός, πλειοψηφικός στη Λ.Δ. μέχρι τους αποκλεισμούς του 1953, επεκτάθηκε αντικειμενικά στις υπερβολές του σεκταρισμού που συνέβαλαν στη στρέβλωση πολλών επιλογών μας μέχρι το 1956. Αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι απαλλαγμένες από ανεντιμότητα. Κάποιος διακήρυξε τον εαυτό του ως πρωτοπόρο της εγκατάλειψης της γραφής· εξέλαβε με τέτοιο τρόπο την απομόνωσή μας και την αδρανή καθαρότητά μας ώστε υποστήριξε την άρνηση συνεργασίας με την επιθεώρηση που βρίσκεται πιο κοντά απ’ όλες στο σύνολο των θέσεών μας. Μόλις πέντε μέρες μετά τον αποκλεισμό του εκλιπαρεί – μάταια φυσικά – τη διεύθυνση αυτής της επιθεώρησης για να αναλάβει μια συνεργασία “ως άτομο”. Μήπως λοιπόν αυτός ο σύντροφος ενεργούσε στο παρελθόν ως προβοκάτορας; Όχι, πέρασε απλώς από μια ανεύθυνη συμπεριφορά σε μια άλλη, αντίθετη, όταν έχασε το καθαρά ονομαστικό άλλοθι του “λετρισμού”, αφήνοντας μόνο το κενό.

Οι φθαρμένες μυστικοποιήσεις του κόσμου που καταπολεμάμε μπορούν πάντα σε κάποιον ελιγμό να μας φαίνονται για καινοτομίες, και να μας κρατούν πίσω. Καμιά ετικέτα δεν μας προστατεύει. Κανένα θέλγητρο δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται να βρούμε συγκεκριμένες τεχνικές για να διαταράξουμε τις ατμόσφαιρες της καθημερινής ζωής.

Το πρώτο πρακτικό ζήτημα που πρέπει να επιλύσουμε είναι η σημαντική επέκταση της οικονομικής βάσης μας. Στις συνθήκες όπου βρισκόμαστε, μοιάζει πολύ ευκολότερο να επινοήσουμε νέα συναισθήματα παρά ένα νέο επάγγελμα. Η επείγουσα σημασία που βλέπουμε να έχει ο προσδιορισμός – και η δικαιολόγηση μέσω της πρακτικής – πολλών νέων απασχολήσεων, διακριτών για παράδειγμα από την κοινωνική λειτουργία του καλλιτέχνη, μας οδηγεί να υποστηρίξουμε την ιδέα ενός συλλογικού οικονομικού πλάνου, όπως ζητήθηκε από τον Πιέρο Σιμόντο και τους Ιταλούς συντρόφους μας.

Είναι βέβαιο ότι η απόφαση να χρησιμοποιηθούν, τόσο από οικονομική όσο και από δημιουργική άποψη, καθυστερημένα τμήματα της σύγχρονης αισθητικής συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους αποσύνθεσης. Για να αναφέρουμε μια συγκεκριμένη περίπτωση, κάποιοι φίλοι ανησυχούν για μια ξαφνική αριθμητική υπεροχή των ζωγράφων, των οποίων την παραγωγή θεωρούν οπωσδήποτε ασήμαντη και τους δεσμούς με το καλλιτεχνικό εμπόριο αξεδιάλυτους. Ωστόσο, πρέπει να συγκεντρώσουμε τους ειδικούς πολύ διαφορετικών τεχνικών· να γνωρίσουμε τις τελευταίες αυτόνομες εξελίξεις αυτών των τεχνικών – χωρίς να υποπέσουμε στον ιδεολογικό ιμπεριαλισμό που αγνοεί την πραγματικότητα των προβλημάτων ενός ξένου κλάδου και θέλει να τα απορρίψει εξωτερικά – · να πειραματιστούμε με την ενιαία χρήση διάσπαρτων σήμερα μέσων. Πρέπει λοιπόν να διατρέξουμε τον κίνδυνο μιας οπισθοδρόμησης· αλλά να επιδιώξουμε να ξεπεράσουμε πολύ σύντομα τις αντιφάσεις της παρούσας φάσης με την εμβάθυνση μιας συνολικής θεωρίας, και με την πραγμάτωση εμπειριών των οποίων τα αποτελέσματα θα είναι αδιαμφισβήτητα.

Αν και ορισμένες καλλιτεχνικές δραστηριότητες πεθαίνουν εμφανέστερα από κάποιες άλλες, θεωρούμε ότι η ανάρτηση έργων ζωγραφικής σε μια γκαλερί είναι ένα κατάλοιπο οπωσδήποτε εξίσου αδιάφορο όσο και ένα βιβλίο με ποιήματα. Οποιαδήποτε χρήση του σημερινού πλαισίου του πνευματικού εμπορίου παραχωρεί έδαφος στην ιδεολογική σύγχυση, και αυτό ισχύει ακόμα και ανάμεσά μας· αλλά από την άλλη πλευρά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς να λάβουμε αρχικά υπόψη μας αυτό το προσωρινό πλαίσιο.

Σε τελική ανάλυση, αυτό που θα κρίνει την πολιτική που υιοθετούμε τώρα είναι το αν θα αποδειχθεί ικανή ή όχι να προωθήσει τη συγκρότηση μιας πιο προχωρημένης διεθνούς ομαδοποίησης. Ελλείψει αυτού, θα σηματοδοτούσε απλώς την αρχή μιας γενικής αντίδρασης εντός αυτού του κινήματος. Ο σχηματισμός μιας επαναστατικής πρωτοπορίας στην κουλτούρα θα εξαρτιόταν τότε από την εμφάνιση άλλων δυνάμεων.

Γ.-Ε. Ντεμπόρ

Πιστοποιητικά

Ο επαγγελματίας αριστοκράτης Ματιέ, με τη βοήθεια κάποιου ονομαζόμενου Αντάιγ (για το βεβαρημένο παρελθόν αυτού του ατόμου, βλ. το τεύχος 13 του Potlatch), εκμεταλλεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε την έκθεσή του στην γκαλερί Κλεμπέρ για να υποχρεώσει τους συγχρόνους του να του αναγνωρίσουν τη διάκριση ότι είναι ο τζέντλεμαν που προχωράει πιο μακριά απ’ όλους στην οπισθοδρομική σκέψη.

Αλλά και πάλι μεγαλοποιούν το ταλέντο του, λένε ψέματα για την προέλευσή του. Για να βρούμε τον εμπνευστή των μανιφέστων των Ματιέ-Αντάιγ δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στον Θωμά Ακινάτη ή στον δούκα του Μπράουνσβαϊκ, όπως θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά πιο κοντά, στον Μαρσέλ Αιμέ που, σε ένα σύντομο διήγημα με τίτλο Πίσω!, έσπασε πλάκα πρόσφατα περιγράφοντας το αντίστροφο του νταντά-σουρεαλιστικού ανεκδότου: το σκάνδαλο μιας ομάδας νέων που γίνονται γνωστοί μέσα από μια σειρά παραληρηματικά αντιδραστικών μανιφέστων. Η φάρσα ήταν αστεία, σε τέσσερις σελίδες: βρέθηκε κάποιος που την πήρε στα σοβαρά για να την αναπαράγει στη ζωή του.

Και οι υποστηρικτές του φτωχού μικρού μας κόσμου στερούνται ιδεών σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν υπάρχει ανοησία που να μη χρησιμοποιείται πολλές φορές. Ο βαρόνος Αντάιγ εμφανίζεται στην αρένα, και έτσι το Παρίσι μετράει ήδη δύο επαγγελματίες αριστοκράτες.

Η συνταξιοδότηση

Ο Φιγιόν και ο Βολμάν αποκλείστηκαν από τη Λετριστική Διεθνή στις 13 Ιανουαρίου. Τους προσάπταμε εδώ και αρκετό καιρό έναν γελοίο τρόπο ζωής, που τονιζόταν αμείλικτα από μια σκέψη κάθε μέρα πιο ανόητη και πιο ασήμαντη.

(Ο Βολμάν είχε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της λετριστικής αριστεράς το 1952, και εν συνεχεία στην ίδρυση της Λ.Δ. Δημιουργός “μεγαπνευμονικών” ποιημάτων, μιας θεωρίας του “κινηματοχρόνου” και μιας ταινίας, ήταν επίσης εκπρόσωπος των λετριστών στο συνέδριο της Άλμπα, τον Σεπτέμβριο του 1956. Ήταν είκοσι επτά ετών.

Ο Φιγιόν δεν είχε κάνει τίποτα.)

Για να βάλουμε τέλος στον πολιτισμό σας

Όταν έσπασε το ατσάλι, μελέτη του Μαρσέλ Μαριέν για την αποσταλινοποίηση.

Έκθεση του Γ.-Ε. Ντεμπόρ για την κατασκευή καταστάσεων, πλατφόρμα της καταστασιακής τάσης για μια νέα οργάνωση της Διεθνούς.

Δομή και Αλλαγή, δοκίμιο του Άσγκερ Γιορν “για τον ρόλο της ευφυΐας στην καλλιτεχνική δημιουργία”.

Ιστορία της Λετριστικής Διεθνούς, ηχογράφηση που έγινε μέσω συλλογικής μεταστροφής.

(μόλις κυκλοφόρησαν)

Από το χιούμορ στον τρόμο

Caro Jorn, ho ricevuto questa mattina la lettera inviata da Parigi alla XI Triennale. Anche se non porta la mia firma, ti avverto che non voglio avere più niente a che fare con il Movimento per un Bauhaus immaginista perchè un movimento formato da genii come te e i tuoi amici francesi è fuori della mia misura.

Milano 5 gennaio 1957
Sottsass jr.

Αγαπητέ Γιορν, έλαβα σήμερα το πρωί την επιστολή που στάλθηκε από το Παρίσι στην 11η Τριενάλε. Παρόλο που δεν φέρει την υπογραφή μου, σε προειδοποιώ ότι δεν θέλω να έχω καμία σχέση με το Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπάουχαους, γιατί ένα κίνημα που αποτελείται από ιδιοφυίες όπως εσύ και οι Γάλλοι φίλοι σου βρίσκεται έξω από τα μέτρα μου.

Μιλάνο, 5 Ιανουαρίου 1957
Σότσας ο νεότερος

Σύνταξη: οδός Μοντάν-Ζενεβιέβ 32, Παρίσι 5ο διαμέρισμα.

 

Posted in Λετριστική Διεθνής (Potlatch) | Leave a comment