Potlatch #29 (5 Νοεμβρίου 1957)

Potlatch #29

Ενημερωτικό Δελτίο της Λετριστικής Διεθνούς

5 Νοεμβρίου 1957

Στις 28 Ιουλίου, η συνδιάσκεψη του Κόζιο ντ’ Αρόσια ολοκληρώθηκε με την απόφαση να ενοποιηθούν πλήρως οι εκπροσωπούμενες ομάδες (Λετριστική Διεθνής, Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπάουχαους, Ψυχογεωγραφική Επιτροπή) και με τη συγκρότηση – που ψηφίστηκε με πέντε ψήφους έναντι μίας, και δύο αποχών – μιας Καταστασιακής Διεθνούς στη βάση που καθορίστηκε από τις προπαρασκευαστικές δημοσιεύσεις της συνδιάσκεψης. Το Potlatch θα τεθεί τώρα υπό τον έλεγχό της.

Άλλη μια προσπάθεια αν θέλετε να είστε καταστασιακοί

(Η Κ.Δ. εντός και εναντίον της αποσύνθεσης)

στον Μωχάμεντ Νταχού

Το συλλογικό έργο που προτείνουμε είναι η δημιουργία ενός νέου πολιτιστικού θεάτρου επιχειρήσεων, το οποίο τοποθετούμε εξ υποθέσεως στο επίπεδο μιας δυνητικής γενικής κατασκευής ατμοσφαιρών με την προετοιμασία, υπό ορισμένες περιστάσεις, των όρων της διαλεκτικής διακόσμου-συμπεριφοράς. Βασιζόμαστε στην προφανή διαπίστωση της φθοράς των σύγχρονων μορφών της τέχνης και της γραφής· και η ανάλυση αυτής της συνεχούς κίνησης μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ξεπέρασμα του σημασιολογικού συνόλου των πολιτιστικών εκδηλώσεων όπου βλέπουμε μια κατάσταση αποσύνθεσης που έχει φτάσει στο ακραίο ιστορικό της στάδιο (για τον ορισμό αυτού του όρου, βλ. Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων) πρέπει να αναζητηθεί μέσω της ανώτερης οργάνωσης των μέσων δράσης της εποχής μας στην κουλτούρα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προβλέψουμε και να πειραματιστούμε με το επέκεινα της σημερινής εξατομίκευσης των φθαρμένων παραδοσιακών τεχνών, όχι για να επιστρέψουμε σε ένα οποιοδήποτε συνεκτικό σύνολο του παρελθόντος (τον καθεδρικό ναό) αλλά για να ανοίξουμε τον δρόμο προς ένα μελλοντικό συνεκτικό σύνολο, που αντιστοιχεί σε μια νέα κατάσταση του κόσμου της οποίας η πιο σημαντική εκδήλωση θα είναι η πολεοδομία και η καθημερινή ζωή μιας υπό διαμόρφωση κοινωνίας. Βλέπουμε καθαρά ότι η ανάπτυξη αυτού του έργου προϋποθέτει μια επανάσταση που δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί, και ότι οποιαδήποτε έρευνα περιορίζεται από τις αντιφάσεις του παρόντος. Η Καταστασιακή Διεθνής συγκροτήθηκε κατ’ όνομα, αλλά αυτό δεν σημαίνει παρά μόνο το ξεκίνημα μιας απόπειρας κατασκευής πέραν της αποσύνθεσης, η οποία μας περικλείει εξολοκλήρου, όπως και ολόκληρο τον κόσμο. Η συνειδητοποίηση των πραγματικών δυνατοτήτων μας απαιτεί ταυτόχρονα την αναγνώριση του προ-καταστασιακού χαρακτήρα, με την αυστηρή έννοια του όρου, όλων όσα μπορούμε να επιχειρήσουμε, και την οριστική ρήξη με τον τομέα της καλλιτεχνικής εργασίας. Ο κύριος κίνδυνος είναι μια συνισταμένη αυτών των δύο σφαλμάτων: της επιδίωξης αποσπασματικών έργων συνοδευόμενης από απλές διακηρύξεις για ένα υποτιθέμενο νέο στάδιο.

Αυτή τη στιγμή η αποσύνθεση δεν επιδεικνύει πλέον τίποτα εκτός από μια αργή ριζοσπαστικοποίηση μετριοπαθών νεωτεριστών προς τις θέσεις όπου βρίσκονταν, ήδη πριν από οχτώ ή δέκα χρόνια, οι καταδικασμένοι εξτρεμιστές. Αλλά αντί να αντλήσουν το δίδαγμα από αυτές τις αδιέξοδες εμπειρίες, οι νεωτεριστές “των καλών συναναστροφών” υπονομεύουν ακόμα την εφαρμογή τους. Θα πάρω μερικά παραδείγματα από τη Γαλλία, η οποία γνωρίζει σίγουρα τα πιο προχωρημένα φαινόμενα της γενικής πολιτιστικής αποσύνθεσης που, για διάφορους λόγους, εκδηλώνεται στην πιο καθαρή μορφή στη δυτική Ευρώπη.

Διαβάζοντας κανείς τα δύο πρώτα χρονικά του Αλαίν Ρομπ -Γκριγιέ στο France-Observateur (της 10ης και 17ης Οκτωβρίου), εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για έναν άτολμο Ιζού (στους συλλογισμούς του, όπως και στο μυθιστορηματικό του “ξεπέρασμα”): “Το να ανήκει στην Ιστορία των μορφών, λέει, είναι σε τελευταία ανάλυση το καλύτερο κριτήριο (και ίσως το μοναδικό) για να αναγνωριστεί ένα έργο τέχνης”. Με μια κοινοτοπία σκέψης και έκφρασης που καταλήγει να είναι πολύ προσωπική (“ας το επαναλάβουμε, είναι καλύτερο να διατρέξει κανείς έναν κίνδυνο παρά να επιλέξει ένα βέβαιο λάθος”) και με πολύ λιγότερη εφευρετικότητα και θάρρος, αναφέρεται στην ίδια γραμμική αντίληψη της κίνησης της τέχνης, ιδέα μηχανιστική με καθησυχαστική λειτουργία. “Η τέχνη συνεχίζεται, ειδάλλως πεθαίνει. Είμαστε κάποιοι που επιλέξαμε να συνεχίσουμε.” Συνεχίστε όλο ευθεία. Ποιος του θυμίζει κατ’ άμεση αναλογία τον Μπωντλαίρ το 1957; Ο Κλωντ Σιμόν – “όλες οι αξίες του παρελθόντος… μοιάζουν σε κάθε περίπτωση να το αποδεικνύουν.” (Αυτή η φαινομενικότητα της απόδειξης στους ισχυρισμούς περί διαδοχής σε ευθεία γραμμή οφείλεται ακριβώς στην άρνηση κάθε διαλεκτικής, κάθε πραγματικής αλλαγής.) Στην πραγματικότητα, όλα όσα προτάθηκαν και είχαν κάποιο ενδιαφέρον μετά τον τελευταίο πόλεμο τοποθετήθηκαν βέβαια εντός της ακραίας αποσύνθεσης αλλά με τη θέληση, λιγότερο ή περισσότερο, να ψάξουν παραπέρα. Αυτή η θέληση καταπνίγεται από τον πολιτιστικό-οικονομικό εξοστρακισμό αλλά και από την ανεπάρκεια των ιδεών και των προτάσεων – αυτές οι δύο πλευρές είναι αλληλένδετες. Η πιο γνώριμη τέχνη που εμφανίζεται στην εποχή μας κυριαρχείται από εκείνους που γνωρίζουν “πόσο μακριά μπορούν να πάνε” (βλ. την ατελείωτη και προσοδοφόρα αγωνία της μετα-ντανταϊστικής ζωγραφικής, που παρουσιάζεται συνήθως ως ένας αντιστραμμένος ντανταϊσμός), και οι οποίοι αλληλοσυγχαίρονται. Οι φιλοδοξίες τους και οι εχθροί τους είναι στα μέτρα τους. Ο Ρομπ-Γκριγιέ αρνείται με μετριοφροσύνη τον τίτλο του πρωτοπόρου (είναι δίκαιο εξάλλου, όταν κάποιος δεν διαθέτει καν τις προοπτικές μιας αυθεντικής “πρωτοπορίας” της φάσης της αποσύνθεσης, να αρνείται τις δυσχέρειές της – ιδίως τη μη εμπορική πλευρά). Θα αρκεστεί να είναι ένας “μυθιστοριογράφος του σήμερα” αλλά, εκτός της μικρής ομάδας των ομοίων του, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι υπόλοιποι είναι απλώς μια “οπισθοφυλακή”. Και επιτίθεται με θάρρος στον Μισέλ ντε Σεν-Πιερ, γεγονός που επιτρέπει να σκεφτούμε ότι μιλώντας για τον κινηματογράφο θα παραχωρούσε στον εαυτό του την τιμή να καθυβρίσει τον Γκουργκέ και θα επιδοκίμαζε τον κινηματογράφο τού σήμερα κάποιου Αστρύκ. Στην πραγματικότητα, ο Ρομπ-Γκριγιέ είναι σύγχρονος για μια ορισμένη κοινωνική ομάδα, όπως ο Μισέλ ντε Σεν-Πιερ είναι σύγχρονος για ένα κοινό που διαμορφώθηκε σε μια άλλη τάξη. Και οι δύο ανήκουν στο “σήμερα” σε σχέση με το κοινό τους, και τίποτα παραπάνω, στο μέτρο που χρησιμοποιούν, με διαφορετικές ευαισθησίες, όμορα επίπεδα ενός παραδοσιακού πολιτιστικού τρόπου δράσης. Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο να είναι κανείς σύγχρονος: δεν είναι πάρα λιγότερο ή αποσυντεθειμένος. Η καινοτομία εξαρτάται τώρα εξολοκλήρου από ένα άλμα σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Αυτό που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που δεν έχουν προοπτική πέραν της αποσύνθεσης είναι η ατολμία τους. Καθώς δεν βλέπουν τίποτα μετά τις σημερινές δομές, και καθώς τις γνωρίζουν αρκετά καλά ώστε να συνειδητοποιούν ότι είναι καταδικασμένες, θέλουν να τις καταστρέψουν με σιγανή φωτιά, να αφήσουν και για τους επόμενους. Μπορούν να συγκριθούν με τους πολιτικούς ρεφορμιστές, τόσο ανίκανοι αλλά και επιζήμιοι όσο κι εκείνοι: ζουν από την πώληση ψεύτικων φαρμάκων. Αυτός που δεν επεξεργάζεται έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό υποστηρίζει τις διευθετήσεις του δεδομένου – εξασκούμενες με κομψότητα – και δεν διαχωρίζεται παρά μόνο μέσω κάποιων χρονολογικών προτιμήσεων από τους συνεπείς αντιδραστικούς, από εκείνους που (δεξιοί ή αριστεροί πολιτικά) επιθυμούν την επιστροφή σε προηγούμενα (πιο στέρεα) στάδια της κουλτούρας που ολοκληρώνει την αποσύνθεσή της.

Η Φρανσουάζ Σωαί, της οποίας οι αφελείς κριτικές της τέχνης είναι αντιπροσωπευτικές του γούστου των “ελεύθερων-και-αριστερών-διανοουμένων” που αποτελούν την κύρια κοινωνική βάση της άτολμης πολιτιστικής αποσύνθεσης, όταν γράφει (France-Observateur της 17ης Οκτωβρίου): “Ο δρόμος προς τον οποίο προσανατολίζεται ο Φρανκέν… είναι σήμερα μία από τις δυνατότητες επιβίωσης της ζωγραφικής” προδίδει ανησυχίες θεμελιωδώς συγγενικές με εκείνες του Ζντάνοφ (“Κάναμε καλά… που συντρίψαμε τους καταστροφείς της ζωγραφικής;”).

Είμαστε εγκλωβισμένοι σε σχέσεις παραγωγής που αντιφάσκουν με την αναγκαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, το ίδιο και στη σφαίρα της κουλτούρας. Πρέπει να ρηγματώσουμε αυτές τις παραδοσιακές σχέσεις, τα επιχειρήματα και τις μεθόδους που συντηρούν. Πρέπει να κατευθυνθούμε προς ένα επέκεινα της σύγχρονης κουλτούρας, μέσω μιας απαλλαγμένης από αυταπάτες κριτικής των υπάρχοντων πεδίων, και μέσω της ενσωμάτωσής τους σε μια ενιαία χωρο-χρονική κατασκευή (την κατάσταση: δυναμικό σύστημα ενός περιβάλλοντος και μιας παιγνιώδους συμπεριφοράς) που θα πραγματώσει μια εσωτερική συμφωνία της μορφής και του περιεχομένου.

Παρόλα αυτά, οι προοπτικές από μόνες τους δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να προσθέσουν αξία σε πραγματικές παραγωγές που λαμβάνουν φυσικά το νόημά τους σε σχέση με την κυρίαρχη σύγχυση, ακόμα και μέσα στο μυαλό μας. Ανάμεσά μας, χρησιμοποιήσιμες θεωρητικές προτάσεις μπορούν να αντιφάσκουν με πραγματικά έργα περιορισμένα σε παλιούς τομείς (στους οποίους πρέπει κατ’ αρχάς να δράσουμε καθώς είναι οι μόνοι προς το παρόν που κατέχουν μια κοινή πραγματικότητα). Ή ακόμα άλλοι σύντροφοι που έκαναν, σε συγκεκριμένα σημεία, ενδιαφέροντα πειράματα, χάνονται σε ξεπερασμένες θεωρίες:  έτσι ο Β. Όλμο, από τον οποίο δεν λείπει η καλή θέληση για να συνδέσει τις ηχητικές έρευνές του με κατασκευές ατμοσφαιρών, χρησιμοποιεί τόσο προβληματικές διατυπώσεις σε ένα κείμενο που υπέβαλε πρόσφατα στην Κ.Δ. (Για την έννοια του μουσικού πειραματισμού) ώστε κατέστη αναγκαία μια επεξήγηση (Παρατηρήσεις για την έννοια της πειραματικής τέχνης), μια ολόκληρη συζήτηση που, κατά τη γνώμη μου, δεν θυμίζει καν οτιδήποτε σύγχρονο.

Όπως δεν υπάρχει “καταστασισμός” ως δόγμα, δεν πρέπει να επιτρέψουμε να χαρακτηριστούν καταστασιακές δημιουργίες ορισμένοι παλιοί πειραματισμοί – ή όλα εκείνα στα οποία θα μας περιόριζε σήμερα η ιδεολογική και πρακτική αδυναμία μας. Αντίθετα, δεν μπορούμε να δεχτούμε τη μυστικοποίηση ούτε ως προσωρινή αξία. Το αφηρημένο εμπειρικό γεγονός που αποτελεί τη μια ή την άλλη εκδήλωση της σημερινής αποσυντεθειμένης κουλτούρας αποκτά τη συγκεκριμένη σημασία του μόνο μέσω της σύνδεσής του με το συνολικό όραμα ενός τέλους ή μιας αρχής πολιτισμού. Αυτό σημαίνει ότι τελικά η σοβαρότητά μας μπορεί να ενσωματώσει και να ξεπεράσει τη μυστικοποίηση, όπως ακριβώς αυτό που θεωρείται καθαρή μυστικοποίηση φανερώνει μια πραγματική ιστορική κατάσταση της αποσυντεθειμένης σκέψης. Τον περασμένο Ιούνιο κατέληξε στο αυτονόητο σκάνδαλο η παρουσίαση στο Λονδίνο μιας ταινίας που έκανα το 1952, η οποία δεν είναι μια μυστικοποίηση και ακόμα λιγότερο μια καταστασιακή δημιουργία, αλλά βασίζεται σε σύνθετα λετριστικά ερεθίσματα εκείνης της εποχής (τις εργασίες για τον κινηματογράφο των Ιζού, Μαρκ,Ο, Βολμάν), και άρα συμμετέχει πλήρως στη φάση της αποσύνθεσης, ακριβώς στην πιο ακραία μορφή της, χωρίς να έχει καν – εκτός από μερικούς προγραμματικούς υπαινιγμούς – τη θέληση θετικών εξελίξεων που χαρακτήριζε τα έργα στα οποία μόλις αναφέρθηκα. Έκτοτε παρουσιάστηκαν στο ίδιο Λονδρέζικο κοινό (στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης) πίνακες που έγιναν από χιμπαντζήδες και μπορούν να συγκριθούν με την αξιοσέβαστη τασιστική ζωγραφική. Αυτή η συγγένεια μου φαίνεται διδακτική. Οι παθητικοί καταναλωτές της κουλτούρας (είναι ευνόητο ότι βασιζόμαστε σε μια δυνατότητα ενεργούς συμμετοχής σε έναν κόσμο όπου οι “εστέτ” θα έχουν ξεχαστεί) μπορούν να αρέσκονται σε οποιαδήποτε εκδήλωση της αποσύνθεσης (θα είχαν δίκιο με την έννοια ότι αυτές οι εκδηλώσεις είναι ακριβώς εκείνες που εκφράζουν καλύτερα την εποχή τους της κρίσης και της παρακμής, αλλά είναι φανερό ότι ανάμεσά τους προτιμούν εκείνες που συγκαλύπτουν λίγο αυτή την κατάσταση). Πιστεύω ότι θα φτάσουν να αγαπούν την ταινία μου και τη ζωγραφική των πιθήκων σε πέντε ή έξι χρόνια το πολύ, όπως αγαπούν ήδη τον Ρομπ-Γκριγιέ. Η μόνη πραγματική διαφορά ανάμεσα στη ζωγραφική των πιθήκων και το ολοκληρωμένο μέχρι σήμερα κινηματογραφικό έργο μου είναι η δυνητική απειλητική σημασία του για την κουλτούρα που μας περιέχει, δηλαδή ένα στοίχημα σχετικά με ορισμένους σχηματισμούς του μέλλοντος. Και δεν ξέρω σε ποια πλευρά θα πρέπει να τοποθετήσουμε τον Ρομπ-Γκριγιέ εφόσον θεωρούμε ότι σε ορισμένες στιγμές ρήξης κάποιος έχει ή όχι συνείδηση μιας ποιοτικής στροφής· και ότι μέσα στο αρνητικό οι αποχρώσεις δεν έχουν σημασία.

Αλλά το στοίχημά μας επαναλαμβάνεται πάντα, και είμαστε εμείς οι ίδιοι που δημιουργούμε τις διάφορες δυνατότητες απάντησης. Θέλουμε να μετασχηματίσουμε αυτή την εποχή (ενώ όλα όσα αγαπάμε, ξεκινώντας από την ερευνητική στάση μας, αποτελούν επίσης μέρος της) και όχι “να γράψουμε γι’ αυτή”, όπως προτείνει η αυτάρεσκη χυδαιότητα: ο Ρομπ-Γριγιέ και η εποχή του αρκούνται ο ένας στην άλλη. Αντιθέτως οι φιλοδοξίες μας είναι σαφώς μεγαλομανείς, αλλά ίσως όχι μετρήσιμες με τα κυρίαρχα κριτήρια της επιτυχίας. Πιστεύω ότι όλοι οι φίλοι μου θα ήταν ευχαριστημένοι να εργάζονται ανώνυμα, με μισθούς ειδικευμένων εργατών, στο Υπουργείο Διασκεδάσεων μιας κυβέρνησης που θα καταπιαστεί επιτέλους με την αλλαγή της ζωής.

Γ.-Ε. Ντεμπόρ

Οι ψυχογεωγράφοι εργάζονται

Στις 10 Αυγούστου, γύρω στις 18:30, βοήθησα μια νεαρή κοπέλα από την Ινδία που δεν μιλούσε ούτε λέξη γαλλικά. Αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα στην πύλη του μετρό Σεν-Λαζάρ. Της εξήγησα ποια διαδρομή έπρεπε να ακολουθήσει για να φτάσει στην Μπιέβρ, στο σεμινάριο των Ξένων Αποστολών. Όλα αυτά εξηγούνταν με σαφήνεια σε ένα χαρτί που με έβαλε να διαβάσω (στα αγγλικά). Την συνόδευσα στην αποβάθρα και την έβαλα να ανέβει στο πρώτο βαγόνι, λέγοντας βιαστικά στον οδηγό του τρένου να την κατεβάσει στο Μονπαρνάς. Τη Δευτέρα, για να είμαι ήσυχη, θέλοντας να ξέρω αν αυτό το παιδί είχε φτάσει καλά, είχα την έγνοια να μάθω αν κατάφερε να φτάσει εγκαίρως για να πάρει το λεωφορείο, δεδομένου ότι η ώρα ήταν προχωρημένη. Δεν την είχαν δει στο σεμινάριο, και την Τρίτη η Διευθύντρια πάλι δεν είχε δει κανέναν. Στην πρεσβεία της Ινδίας, κανένα νέο. Χάθηκε; Την απήγαγαν; Μυστήριο…

“Μια θλιμμένη αναγνώστρια” γράφει στις “Δυστυχισμένες Καρδιές” (France Soir, 27 Αυγούστου 1957)

Εκδόσεις από τον Ιούνιο του 1957:

Α. Γιορν και Ντεμπόρ

Τέλος της Κοπεγχάγης, απόπειρα μεταστραμμένης γραφής.
Ψυχογεωγραφικός οδηγός του Παρισιού.

Άσγκερ Γιορν

Guldhorn og Lykkehjul [Το Χρυσό Κέρας και ο Τροχός της Τύχης], μεθοδολογία λατρειών, με πρόλογο του Π. Β. Γκλομπ.
Ενάντια στον φονξιοναλισμό.

Υπό έκδοση:

Το ζωγραφικό έργο του Τζ. Πίνοτ-Γκαλίτσο, προλογιζόμενο από ένα Εγκώμιο της Μισέλ Μπερνστάιν.

Ετοιμάζονται:

Ραλφ Ράμνεϊ
Ψυχογεωγραφική Βενετία.

– Αραβική μετάφραση και πρόλογος του Αμπντελχαφίντ Χατίμπ στην Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων.

Ο γύρος της τιμής

Σε συνέχεια του άρθρου με τίτλο “Η τελική ευθεία” (Potlatch τ. 28), ανακοινώνουμε ότι νικητής είναι ο κ. Μπερνάρ Ντορτ (Κορνέιγ, στις εκδόσεις Κιβωτός).

Μια από τα ίδια και συνεχίζουμε ή La Vita Nova

Το μιλανέζικο κίνημα της “Πυρηνικής Τέχνης”, που αναγγέλθηκε το 1952 μέσω ενός μανιφέστου δεκατεσσάρων γραμμών, επανεμφανίζεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Οι μόνιμοι εμψυχωτές του, οι ζωγράφοι Μπαχ και Ντάντζελο, θυσίασαν σαράντα οχτώ γραμμές για την ανατροπή της σύγχρονης τέχνης.

Αφού ανέλυσαν τη διαδικασία καταστροφής της ζωγραφικής μέσω των διαδοχικών αναγωγών που διενεργήθηκαν αποτελεσματικά από τον ιμπρεσιονισμό, τον κυβισμό και την αφηρημένη τέχνη: “συμβατικά θέματα… η αντικειμενική αναπαραγωγή… η απατηλή αναγκαιότητα της αναπαράστασης”· και ψάχνοντας τι να καταβροχθίσουν με τη σειρά τους για να φτιάξουν ένα όνομα στην τέχνη τους, βρήκαν τυχαία, σε ένα λεξικό, το στυλ.

Είναι λοιπόν το στυλ, αντιληπτό ως μεταφυσική οντότητα, εκείνο το οποίο αποκηρύσσουν. Αλλά αντί να εγκαταλείπουν επίσης την παλέτα γι’ αυτόν τον λόγο, μεταμορφώνονται με χάρη και βλέπουν να ανοίγεται μια νέα λαμπρή εικαστική καριέρα που μας προσκαλούν να μιμηθούμε: θα κάνουν το ίδιο πράγμα όπως και πριν, αλλά με το αντιστύλ.

Το κάλεσμα Ενάντια στο στυλ που συντάχθηκε σε τρεις γλώσσες και τυπώθηκε σε διπλή όψη δεν συγκέντρωσε λιγότερους από είκοσι οχτώ υπογράφοντες προερχόμενους από τις πιο ετερόκλητες θέσεις της πολιτιστικής αποσύνθεσης, οι οποίοι δεν έχουν από κοινού παρά μόνο την πεποίθηση ότι είναι πάντα καλό να δημοσιεύουν την υπογραφή τους κάτω από ένα κείμενο – όταν δεν είναι βέβαιοι ότι είναι ανόητο – · και μια ορισμένη αδυναμία να αναγνωρίσουν την ηλιθιότητα, ακόμα και σε αυτή την κοσμική κλίμακα.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Μπαχ αδικείται αφήνοντας τον εαυτό του να παρασυρθεί σε ρητορικές καταχρήσεις που αντλεί από το δεύτερο επάγγελμά του διότι, ως ζωγράφος αυτής της εποχής από την οποία είναι τόσο λίγο ικανός να εξέλθει, αξίζει περισσότερο από κάποιους άλλους.

Σύνταξη: οδός Μοντάν-Ζενεβιέβ 32, Παρίσι 5ο διαμέρισμα.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s