Potlatch #26: Για ένα λετριστικό λεξικό (Μάιος 1956)

  1. dériver: εκτρέπω το νερό (12ος αι.), dérivation (1377, Λ.), -atif (15ος αι.), από το Λατινικό derivare, -atio, -ativus, κυριολεκτικά και μεταφορικά (από το rivus, ρους).
  2. dériver: απομακρύνομαι από την ακτή (14ος αι., Β.), σύνθετο του rive, ακτή.
  3. dériver: ξεμακραίνω (16ος αι., Α. ντ’ Ωμπινιέ, παραλλαγή του driver), διασταύρωση του Αγγλ. to drive (κυριολ. “ωθώ”) και του προηγούμενου. Παραγ.: dérive, -ation (1690, Φιρετιέρ).
  4. dériver: ελευθερώνω αυτό που καθηλώθηκε. Βλ. river, καθηλώνω.
Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s